Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Οπλισμός σκυροδέματος – Σίδηρος μπετόν
Σίδηρος: Το χημικό του σύμβολο (Fe) προέρχεται από την λατινική λέξη Ferrum, και είναι το τέταρτο σε αφθονία μέταλλο της γης, κατ’ όγκο (το πρώτο είναι το αργίλιο – δηλ. αλουμίνιο). Σαν μάζα, αποτελεί περίπου το 1/3 της συνολικής μάζας της γης. Οι ειδικοί εκτιμούν δε, ότι ο σίδηρος είναι το 6ο σε αφθονία στοιχείο στο σύμπαν.
Το άτομό του, με 26 πρωτόνια στον πυρήνα και ισάριθμα ηλεκτρόνια σε 4 πολύ απομακρυσμένες στιβάδες, αποτελεί το οικονομικότερο υλικό με την εξαιρετικά ισχυρή συνοχή που απαιτεί ένα τεράστιο πλήθος εφαρμογών, ανάμεσα στις οποίες και ο οπλισμός σκυροδέματος. Την ίδια στιγμή ο σίδηρος είναι απαραίτητο συστατικό του αίματος για την μεταφορά οξυγόνου. Το όνομά του υλικού είναι εφάμιλλο με τη σκληρότητα και την αντοχή. Ο σίδηρος με ελάχιστες προσμείξεις και σχετικά οικονομική επεξεργασία, μετατρέπεται σε χάλυβα (ή ατσάλι) προσφέροντάς μας το απαραίτητο πρόσθετο για να μετατρέψουμε το σκυρόδεμα σε χρήσιμο υλικό για την κατασκευή του σκελετού. Το σκυρόδεμα (μπετόν), με λιγότερο από 1/20 της δύναμης του χάλυβα σε θλίψη, στις περισσότερες περιπτώσεις επαρκεί για τις ανάγκες του σκελετού μιας οικοδομής σε θλιπτικά φορτία. Η αντοχή –ωστόσο- του σκυροδέματος σε εφελκυσμό, είναι τόσο μικρή, που για τις ανάγκες του φέροντος οργανισμού μιας οικοδομής θα πρέπει να θεωρηθεί μηδαμινή. Η όλη εικόνα αλλάζει άρδην όταν οπλίσουμε το σκυρόδεμα με ράβδους από χάλυβα. Τα δύο υλικά έχουν αξιοθαύμαστη συμβατότητα: α. διαστέλλονται και συστέλλονται με τον ίδιο περίπου ρυθμό στις αλλαγές της θερμοκρασίας, β. η αλκαλική σύνθεση του μπετού βοηθάει στην προστασία του χάλυβα από την οξείδωση (σκουριά) και γ. το μπετό προσκολλάται αρκετά δυνατά πάνω στις χαλύβδινες ράβδους που χρησιμοποιούμε για να το οπλίσουμε. Έτσι προσθέτουμε συνήθως χαλύβδινες ράβδους στο σκυρόδεμα ώστε να ενισχύσουμε τα σημεία όπου υπάρχουν εφελκυστικές δυνάμεις: στην περιφέρεια μιας κολώνας και ενός δοκαριού, στο κάτω μέρος μιας πλάκας και στο πάνω μέρος ενός προβόλου (μπαλκονιού). Το αποτέλεσμα του συνδυασμού των δύο υλικών είναι αρκετά καλό σε αμφότερες θλιπτικές και εφελκυστικές δυνάμεις. Μπορεί τώρα να μην αποφασίζαμε να φτιάξουμε ένα αυτοκίνητο ή ένα πλοίο από οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά μία από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένου σκυροδέματος έγινε περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα όταν ο Γάλλος Joseph Lambot, εφηύρε αυτή τη μέθοδο για την κατασκευή πλοιαρίων.
Βάρος ανα μετρο μήκους βέργας ανα διατομή:
Φ
Κιλά / μ
8
0,39
10
0,62
12
0,89
14
1,21
16
1,58
18
2,00
20
2,46
22
2,98
25
3,85
Ο οικοδομικός σίδηρος έχει πολύ ευμετάβλητη τιμή γιατί η πρώτη ύλη του (ο χάλυβας) είναι χρηματιστηριακό είδος και πουλιέται από τους προμηθευτές σε τέσσερις κυρίως μορφές, οι οποίες τιμολογούνται και διαφορετικά:
α. ράβδοι STAHL, μεγάλου μήκους με νευρώσεις στην επιφάνειά τους. Συχνά αποκαλούνται μπετόβεργες, σιδερόβεργες ή κολωνοσίδερα, γιατί κατά κύριο λόγο απαρτίζουν τον οπλισμό μιας κατασκευής. Να περιμένετε ότι περισσότερο από 50% του συνολικού βάρους του οπλισμού μιας κατασκευής θα αποτελείται από τέτοια σίδερα. Τοποθετούνται στην περιφέρεια των κολωνών, στο πάνω και το κάτω μέρος των δοκών (αλλά συχνά και στις παρειές), αλλά και σταυρωτά (διαμήκως και εγκαρσίως) σε όλες τις επίπεδες επιφάνειες (πλάκες, τοιχεία), σχηματίζοντας αυτό που λέμε σχάρα, συχνά δε σε δύο επίπεδα σχηματίζοντας έτσι διπλή σχάρα. Υπάρχουν σε διατομές διαμέτρου (Φ) από 0,8 έως 2,5 εκ. (ανά δύο χιλιοστά). Σημειώνουμε ότι η διάμετρος είναι καθαρή, δηλαδή μετριέται στο εσωτερικό των νευρώσεων κι όχι στο εξωτερικό τους. Το ίδιο ισχύει και για τους μανδύες παρακάτω. Το βάρος τους ανά μέτρο μήκους δίνεται από τον πίνακα δίπλα:
β. μανδύες (επίσης αποκαλούνται πλέγματα κολωνών ή τσέρκια). Είναι ακριβότερα από τις απλές ράβδους STAHL. Κόβονται από επίπεδα πλέγματα τυποποιημένων διαστάσεων και διπλώνονται (διαμορφώνονται) στην μάντρα. Ακολούθως τοποθετούνται στην περιφέρεια της διατομής μιας κολώνες ή μιας δοκού, εξωτερικά από τα κολωνοσίδερα, τυλίγοντάς τα μ’ αυτό τον τρόπο. Έτσι δεν επιτρέπουν στην κολώνα ν’ ανοίξει στην περίπτωση σεισμού. Οι μανδύες αποτελούνται από μπετόβεργες STAHL τοποθετημένες παράλληλα και συνδεδεμένες σ’ αυτή τη διάταξη με εγκάρσια λεπτά σιδεράκια πάχους 3 ή 4 χιλιοστών ηλεκτροκολλημένα πάνω σ’ αυτές. Υπάρχουν άμεσα διαθέσιμοι μανδύες μόνο σε Φ8, Φ10 και Φ12, και μόνο ανά 10 εκ.. Σε άλλα μεγέθη (διαφορετικές διατομές ή/και πυκνότητες) θα πρέπει να παραγγελθούν στο εργοστάσιο, κάτι που σημαίνει σημαντική καθυστέρηση στο έργο. Αν η στατική μελέτη προβλέπει μανδύες Φ8/12, τότε αντί να προσπαθήσουμε να βρούμε ένα εργοστάσιο που θα δεχτεί να φτιάξει τέτοιους μανδύες για την ποσότητα που χρειαζόμαστε θα πρέπει μάλλον, να τοποθετηθούν μανδύες Φ8/10. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι βάζουμε περίπου 20% περισσότερο οπλισμό στους μανδύες (από ότι προβλέπει το σχέδιο). 30 με 50% του συνολικού βάρους του οπλισμού μιας συμβατικής κατασκευής θα αποτελείται από μανδύες.
γ. Δομικά πλέγματα: Αποτελούνται από λεπτές μπετόβεργες διατομής 4 έως 6 χιλιοστών, ηλεκτροκολλημένων μεταξύ τους σε ορθογωνική διάταξη (καρέ). Τα ορθογώνια που σχηματίζονται είναι διαστάσεων από 10 έως και 25 εκ.. Τα πλέγματα έχουν συνήθως διαστάσεις 2 επί 5 μ.. Χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση πλακών που ακουμπούν στο έδαφος και δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις για οπλισμό. Συχνά αυτές τις πλάκες τις λέμε γκρό μπετό, γιατί είναι σχεδόν (αλλά όχι ακριβώς) άοπλο. Τις περισσότερες φορές τέτοιο είναι το δάπεδο του υπογείου μας, ή ένας διάδρομος από μπετό στον κήπο μας. Σε σημεία που μπορεί να έχουν αυξημένες φορτίσεις μπορεί να τοποθετηθούν διπλά πλέγματα.
δ. κοινό σίδερο: μπετόβεργες χωρίς τις νευρώσεις που έχει το STAHL. Χρησιμοποιούνται μόνο σε βοηθητικές εργασίες του καλουπώματος (π.χ. φουρκέτες) και αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής απαιτούμενης ποσότητας οπλισμού.
Πόσος χάλυβας περίπου αναλογεί ανά κυβικό μέτρο μπετού? Ανάλογα και με τις αντισεισμικές απαιτήσεις της κατασκευής μπορούμε να περιμένουμε ότι θα έχουμε από 80 μέχρι 140 κιλά χάλυβα ανά κυβικό. Οι πλάκες και τα τοιχεία έχουν συνήθως λιγότερα κιλά, ενώ οι κολώνες και τα δοκάρια έχουν πολύ περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση στο τέλος του έργου δεν θα πρέπει να περισσεύουν πολλά σίδερα, αλλά στις ενδιάμεσες φάσεις καλά είναι να έρχεται και κανένα σίδερο παραπάνω που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά.
Μπορεί να προμετρηθεί με ακρίβεια? Όχι. Ο υπολογιστής που τρέχει τη στατική μελέτη της κατασκευής παράγει τις ποσότητες του χρησιμοποιούμενου χάλυβα, αλλά αυτή η εκτίμηση δεν περιέχει τις φύρες που θα υπάρξουν, ή τις αναμονές που θα πρέπει να αφεθούν.
Οι αναμονές: προεκτάσεις των κολωνοσίδερων πάνω από το ύψος της επόμενης σκυροδέτησης ώστε να συνδεθούν με την μεθεπόμενη σκυροδέτηση. Το ύψος των αναμονών θα πρέπει να προβλεφθεί επαρκές. Συνήθως σκυροδετούμε τις κολώνες του ενός επιπέδου, ακολούθως την πλάκα και μετά τις κολώνες του επόμενου επιπέδου. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει οι αναμονές των πρώτων κολωνών να είναι αρκετές για την σύνδεση με τις κολώνες του δεύτερου επιπέδου. Το μήκος των αναμονών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 70Φ, δηλ. 70 φορές το διαμέτρημα του χάλυβα. Μετά από κάθε σκυροδέτηση οι αναμονές θα πρέπει να καθαρίζονται, ώστε να επιτρέπεται στο μπετό της επόμενης σκυροδέτησης να δέσει καλά τον οπλισμό.
Τσέρκια: πρέπει να έχουν τις απολήξεις τους διπλωμένες στις 45 μοίρες και τα κολωνοσίδερα που προβλέπεται να είναι στις γωνίες των απολήξεων θα πρέπει να είναι πάντα στο εσωτερικό των γωνιών κι όχι εξωτερικά γύρισμα της απόληξης του τσερκιού που θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αποστάτες: θα πρέπει παντα να τοποθετούνται ώστε να διασφαλίζεται η απαιτούμενη επικάλυψη του οπλισμού με μπετό.
Προέλευση: Όταν αναθέσετε το έργο, ρωτήστε τον εργολάβο μπετού από πού προμηθεύεται τα σίδερα του οπλισμού. Σίγουρα θα θέλετε να είναι Ελληνικής ή Ευρωπαϊκής προέλευσης (γιατί σ’ αυτή την περίπτωση έχουν σίγουρα καλές προδιαγραφές). Επιπλέον θα είναι προτιμότερο να προέρχονται από μία στεγασμένη μάντρα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να είναι ήδη σκουριασμένα όταν φτάσουν στο έργο. Αν έχετε συμφωνήσει ελληνικά σίδερα βεβαιωθείτε ότι είναι έτσι ελέγχοντας την ανάγλυφη ένδειξη ανάγλυφη ένδειξη του εργοστασίου παραγωγής. Τέλος, διαλέξτε μία αξιόπιστη μάντρα που δεν κλέβει στις ποσότητες. Αλλιώς θα πετύχετε να κάνετε ένα κιλό βαμβάκι να ζυγίζει περισσότερο από “ένα κιλό” σίδερο.
Το άτομό του, με 26 πρωτόνια στον πυρήνα και ισάριθμα ηλεκτρόνια σε 4 πολύ απομακρυσμένες στιβάδες, αποτελεί το οικονομικότερο υλικό με την εξαιρετικά ισχυρή συνοχή που απαιτεί ένα τεράστιο πλήθος εφαρμογών, ανάμεσα στις οποίες και ο οπλισμός σκυροδέματος. Την ίδια στιγμή ο σίδηρος είναι απαραίτητο συστατικό του αίματος για την μεταφορά οξυγόνου. Το όνομά του υλικού είναι εφάμιλλο με τη σκληρότητα και την αντοχή. Ο σίδηρος με ελάχιστες προσμείξεις και σχετικά οικονομική επεξεργασία, μετατρέπεται σε χάλυβα (ή ατσάλι) προσφέροντάς μας το απαραίτητο πρόσθετο για να μετατρέψουμε το σκυρόδεμα σε χρήσιμο υλικό για την κατασκευή του σκελετού. Το σκυρόδεμα (μπετόν), με λιγότερο από 1/20 της δύναμης του χάλυβα σε θλίψη, στις περισσότερες περιπτώσεις επαρκεί για τις ανάγκες του σκελετού μιας οικοδομής σε θλιπτικά φορτία. Η αντοχή –ωστόσο- του σκυροδέματος σε εφελκυσμό, είναι τόσο μικρή, που για τις ανάγκες του φέροντος οργανισμού μιας οικοδομής θα πρέπει να θεωρηθεί μηδαμινή. Η όλη εικόνα αλλάζει άρδην όταν οπλίσουμε το σκυρόδεμα με ράβδους από χάλυβα. Τα δύο υλικά έχουν αξιοθαύμαστη συμβατότητα: α. διαστέλλονται και συστέλλονται με τον ίδιο περίπου ρυθμό στις αλλαγές της θερμοκρασίας, β. η αλκαλική σύνθεση του μπετού βοηθάει στην προστασία του χάλυβα από την οξείδωση (σκουριά) και γ. το μπετό προσκολλάται αρκετά δυνατά πάνω στις χαλύβδινες ράβδους που χρησιμοποιούμε για να το οπλίσουμε. Έτσι προσθέτουμε συνήθως χαλύβδινες ράβδους στο σκυρόδεμα ώστε να ενισχύσουμε τα σημεία όπου υπάρχουν εφελκυστικές δυνάμεις: στην περιφέρεια μιας κολώνας και ενός δοκαριού, στο κάτω μέρος μιας πλάκας και στο πάνω μέρος ενός προβόλου (μπαλκονιού). Το αποτέλεσμα του συνδυασμού των δύο υλικών είναι αρκετά καλό σε αμφότερες θλιπτικές και εφελκυστικές δυνάμεις. Μπορεί τώρα να μην αποφασίζαμε να φτιάξουμε ένα αυτοκίνητο ή ένα πλοίο από οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά μία από τις πρώτες χρήσεις οπλισμένου σκυροδέματος έγινε περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα όταν ο Γάλλος Joseph Lambot, εφηύρε αυτή τη μέθοδο για την κατασκευή πλοιαρίων.
Βάρος ανα μετρο μήκους βέργας ανα διατομή:
Φ
Κιλά / μ
8
0,39
10
0,62
12
0,89
14
1,21
16
1,58
18
2,00
20
2,46
22
2,98
25
3,85
Ο οικοδομικός σίδηρος έχει πολύ ευμετάβλητη τιμή γιατί η πρώτη ύλη του (ο χάλυβας) είναι χρηματιστηριακό είδος και πουλιέται από τους προμηθευτές σε τέσσερις κυρίως μορφές, οι οποίες τιμολογούνται και διαφορετικά:α. ράβδοι STAHL, μεγάλου μήκους με νευρώσεις στην επιφάνειά τους. Συχνά αποκαλούνται μπετόβεργες, σιδερόβεργες ή κολωνοσίδερα, γιατί κατά κύριο λόγο απαρτίζουν τον οπλισμό μιας κατασκευής. Να περιμένετε ότι περισσότερο από 50% του συνολικού βάρους του οπλισμού μιας κατασκευής θα αποτελείται από τέτοια σίδερα. Τοποθετούνται στην περιφέρεια των κολωνών, στο πάνω και το κάτω μέρος των δοκών (αλλά συχνά και στις παρειές), αλλά και σταυρωτά (διαμήκως και εγκαρσίως) σε όλες τις επίπεδες επιφάνειες (πλάκες, τοιχεία), σχηματίζοντας αυτό που λέμε σχάρα, συχνά δε σε δύο επίπεδα σχηματίζοντας έτσι διπλή σχάρα. Υπάρχουν σε διατομές διαμέτρου (Φ) από 0,8 έως 2,5 εκ. (ανά δύο χιλιοστά). Σημειώνουμε ότι η διάμετρος είναι καθαρή, δηλαδή μετριέται στο εσωτερικό των νευρώσεων κι όχι στο εξωτερικό τους. Το ίδιο ισχύει και για τους μανδύες παρακάτω. Το βάρος τους ανά μέτρο μήκους δίνεται από τον πίνακα δίπλα:
β. μανδύες (επίσης αποκαλούνται πλέγματα κολωνών ή τσέρκια). Είναι ακριβότερα από τις απλές ράβδους STAHL. Κόβονται από επίπεδα πλέγματα τυποποιημένων διαστάσεων και διπλώνονται (διαμορφώνονται) στην μάντρα. Ακολούθως τοποθετούνται στην περιφέρεια της διατομής μιας κολώνες ή μιας δοκού, εξωτερικά από τα κολωνοσίδερα, τυλίγοντάς τα μ’ αυτό τον τρόπο. Έτσι δεν επιτρέπουν στην κολώνα ν’ ανοίξει στην περίπτωση σεισμού. Οι μανδύες αποτελούνται από μπετόβεργες STAHL τοποθετημένες παράλληλα και συνδεδεμένες σ’ αυτή τη διάταξη με εγκάρσια λεπτά σιδεράκια πάχους 3 ή 4 χιλιοστών ηλεκτροκολλημένα πάνω σ’ αυτές. Υπάρχουν άμεσα διαθέσιμοι μανδύες μόνο σε Φ8, Φ10 και Φ12, και μόνο ανά 10 εκ.. Σε άλλα μεγέθη (διαφορετικές διατομές ή/και πυκνότητες) θα πρέπει να παραγγελθούν στο εργοστάσιο, κάτι που σημαίνει σημαντική καθυστέρηση στο έργο. Αν η στατική μελέτη προβλέπει μανδύες Φ8/12, τότε αντί να προσπαθήσουμε να βρούμε ένα εργοστάσιο που θα δεχτεί να φτιάξει τέτοιους μανδύες για την ποσότητα που χρειαζόμαστε θα πρέπει μάλλον, να τοποθετηθούν μανδύες Φ8/10. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι βάζουμε περίπου 20% περισσότερο οπλισμό στους μανδύες (από ότι προβλέπει το σχέδιο). 30 με 50% του συνολικού βάρους του οπλισμού μιας συμβατικής κατασκευής θα αποτελείται από μανδύες.
γ. Δομικά πλέγματα: Αποτελούνται από λεπτές μπετόβεργες διατομής 4 έως 6 χιλιοστών, ηλεκτροκολλημένων μεταξύ τους σε ορθογωνική διάταξη (καρέ). Τα ορθογώνια που σχηματίζονται είναι διαστάσεων από 10 έως και 25 εκ.. Τα πλέγματα έχουν συνήθως διαστάσεις 2 επί 5 μ.. Χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση πλακών που ακουμπούν στο έδαφος και δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις για οπλισμό. Συχνά αυτές τις πλάκες τις λέμε γκρό μπετό, γιατί είναι σχεδόν (αλλά όχι ακριβώς) άοπλο. Τις περισσότερες φορές τέτοιο είναι το δάπεδο του υπογείου μας, ή ένας διάδρομος από μπετό στον κήπο μας. Σε σημεία που μπορεί να έχουν αυξημένες φορτίσεις μπορεί να τοποθετηθούν διπλά πλέγματα.
δ. κοινό σίδερο: μπετόβεργες χωρίς τις νευρώσεις που έχει το STAHL. Χρησιμοποιούνται μόνο σε βοηθητικές εργασίες του καλουπώματος (π.χ. φουρκέτες) και αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής απαιτούμενης ποσότητας οπλισμού.
Πόσος χάλυβας περίπου αναλογεί ανά κυβικό μέτρο μπετού? Ανάλογα και με τις αντισεισμικές απαιτήσεις της κατασκευής μπορούμε να περιμένουμε ότι θα έχουμε από 80 μέχρι 140 κιλά χάλυβα ανά κυβικό. Οι πλάκες και τα τοιχεία έχουν συνήθως λιγότερα κιλά, ενώ οι κολώνες και τα δοκάρια έχουν πολύ περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση στο τέλος του έργου δεν θα πρέπει να περισσεύουν πολλά σίδερα, αλλά στις ενδιάμεσες φάσεις καλά είναι να έρχεται και κανένα σίδερο παραπάνω που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά.
Μπορεί να προμετρηθεί με ακρίβεια? Όχι. Ο υπολογιστής που τρέχει τη στατική μελέτη της κατασκευής παράγει τις ποσότητες του χρησιμοποιούμενου χάλυβα, αλλά αυτή η εκτίμηση δεν περιέχει τις φύρες που θα υπάρξουν, ή τις αναμονές που θα πρέπει να αφεθούν.
Οι αναμονές: προεκτάσεις των κολωνοσίδερων πάνω από το ύψος της επόμενης σκυροδέτησης ώστε να συνδεθούν με την μεθεπόμενη σκυροδέτηση. Το ύψος των αναμονών θα πρέπει να προβλεφθεί επαρκές. Συνήθως σκυροδετούμε τις κολώνες του ενός επιπέδου, ακολούθως την πλάκα και μετά τις κολώνες του επόμενου επιπέδου. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει οι αναμονές των πρώτων κολωνών να είναι αρκετές για την σύνδεση με τις κολώνες του δεύτερου επιπέδου. Το μήκος των αναμονών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 70Φ, δηλ. 70 φορές το διαμέτρημα του χάλυβα. Μετά από κάθε σκυροδέτηση οι αναμονές θα πρέπει να καθαρίζονται, ώστε να επιτρέπεται στο μπετό της επόμενης σκυροδέτησης να δέσει καλά τον οπλισμό.
Τσέρκια: πρέπει να έχουν τις απολήξεις τους διπλωμένες στις 45 μοίρες και τα κολωνοσίδερα που προβλέπεται να είναι στις γωνίες των απολήξεων θα πρέπει να είναι πάντα στο εσωτερικό των γωνιών κι όχι εξωτερικά γύρισμα της απόληξης του τσερκιού που θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αποστάτες: θα πρέπει παντα να τοποθετούνται ώστε να διασφαλίζεται η απαιτούμενη επικάλυψη του οπλισμού με μπετό.Προέλευση: Όταν αναθέσετε το έργο, ρωτήστε τον εργολάβο μπετού από πού προμηθεύεται τα σίδερα του οπλισμού. Σίγουρα θα θέλετε να είναι Ελληνικής ή Ευρωπαϊκής προέλευσης (γιατί σ’ αυτή την περίπτωση έχουν σίγουρα καλές προδιαγραφές). Επιπλέον θα είναι προτιμότερο να προέρχονται από μία στεγασμένη μάντρα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να είναι ήδη σκουριασμένα όταν φτάσουν στο έργο. Αν έχετε συμφωνήσει ελληνικά σίδερα βεβαιωθείτε ότι είναι έτσι ελέγχοντας την ανάγλυφη ένδειξη ανάγλυφη ένδειξη του εργοστασίου παραγωγής. Τέλος, διαλέξτε μία αξιόπιστη μάντρα που δεν κλέβει στις ποσότητες. Αλλιώς θα πετύχετε να κάνετε ένα κιλό βαμβάκι να ζυγίζει περισσότερο από “ένα κιλό” σίδερο.
Πέμπτη 27 Μαΐου 2010
Ποδηλατόδρομος Μ. Γερουλάνου
Αγαπητοί συνδημότες
Ονομάζομαι Ηλίας Πέτρου είμαι Αρχιτέκτονας και ζω στην Αργυρούπολη με την οικογένειά μου από το 1992.
Θα ήθελα να πω δυο λόγια σχετικά με το έργο του ποδηλατόδρομου στην Μαρίνου Γερουλάνου.
Είδαμε να ξεκινάει το έργο της κατασκευής του ποδηλατοδρόμου.
Με μεγάλη απορία μάθαμε οτι υπάρχουν αντιδράσεις, κυρίως από τους επαγγελματίες που έχουν επιχειρήσεις στην Γερουλάνου.
Για αυτό βρισκόμαστε εδώ σήμερα, για να συζητηθεί δηλαδή και αυτό το θέμα στο δημοτικό συμβούλιο।
Η δική μου παρέμβαση είναι αυτή -του πολίτη που ενδιαφέρεται για την πόλη του και θέλει να την βλέπει να γίνεται όλο και καλύτερη όλο και πιο ανθρώπινη। Ενδιαφέρομαι όπως όλοι μας για εμάς και τα παιδιά μας μέσα στον χώρο που ζούμε και την ποιότητα που μπορούμε να πετύχουμε για τον χώρο αυτό εμείς οι ίδιοι με την στάση μας και τις αποφάσεις που παίρνουμε και αφορούν στην οργάνωση της πόλης.Έψαξα να ενημερωθώ για το έργο. Βρήκα πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Δήμου «argyroupoli.gr».
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι αντιδρούν? τι δεν τους αρέσει από το έργο? τι φοβούνται ότι θα χάσουν? Στην άσχημη περίοδο που διανύουμε με την οικονομία όλοι περνάμε δύσκολα και έχουμε δίκιο να είμαστε ανήσυχοι।
Σκέπτομαι το έργο και αυτά που ακούω από τους συνδημότες μου τα θετικά και τα αρνητικά φτιάχνω μια ζυγαριά και προσπαθώ να ζυγίσω τα υπέρ και τα κατά.
• θα γίνει ολική ανακατασκευή του πεζοδρομίου στην μια πλευρά της Γερουλάνου και στην νέα μορφή που θα πάρει το πεζοδρόμιο θα υπάρχουν δυο λωρίδες μια ανά κατεύθυνση για τα ποδήλατα ΚΑΛΟ ΑΥΤΟ. Θα μπορούμε να κυκλοφορούμε με ποδήλατο στην πόλη μας ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ (Σήμερα ένας ενήλικας μπορεί να το κάνει? ναι αλλά με πολλά εμπόδια, ένα παιδί? όχι δυστυχώς κινδυνεύει.)
• Η διαδρομή του ποδηλατοδρόμου θα γίνει σε όλο το μήκος της Γερουλάνου ΚΑΛΟ ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ Θα έπρεπε η διαδρομή να είναι πιο μεγάλη και να καλύπτει το σύνολο του δήμου. Αξίζει να το προτείνουμε και ας ελπίσουμε να γίνει σε μια δεύτερη φάση.
• Θα προβλεφτούν και διαδρομές που θα συνδέουν τον μικρό ποδηλατοδρόμο με το μετρό καλό και πολύ χρήσιμο.
• Θα υπάρχουν και δημοτικά ποδήλατα ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ το έκαναν στο Παρίσι και σε πάρα πολλές μικρές και μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, εκεί πέτυχε, οι πολίτες τα χρησιμοποιούν τα δημοτικά ποδήλατα και εξυπηρετούνται.
• Θα διευθετηθούν οι θέσεις στάθμευσης με οριοθέτησή τους από την κατασκευή των πεζοδρομίων έτσι ώστε στις διασταυρώσεις να τηρείται η οδηγία του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και τα αυτοκίνητα να μην παρκάρουν στις γωνίες οι πεζοί και τα ποδήλατα την στιγμή που διασταυρώνονται με τα αυτοκίνητα θα έχουν την απαιτούμενη ορατότητα να διασχίσουν την διασταύρωση χωρίς να κινδυνεύουν. ΚΑΛΟ ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΕΙΩΘΟΥΝ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ αυτές οι παράνομες που για κάποιο παραλογισμό που μας διακατέχει τις έχουμε αποδεχθεί. Κάτι πρέπει όμως να κάνουμε για τις θέσεις στάθμευσης έχουμε ανάγκη κι άλλες πολύ περισσότερες.
• Θα μειωθεί το πλάτος του οδοστρώματος δηλαδή εκεί που κυκλοφορούν τα οχήματα ΔΥΚΟΛΕΥΟΜΑΙ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΣΤΗΝ ΖΥΓΑΡΙΑ χρειάζομαι μια πιο τεχνοκρατική προσέγγιση για το κυκλοφοριακό στην Αργυρούπολη τι θέλουμε να πετύχουμε? που θέλουμε να ρίξουμε το βάρος της κυκλοφορίας και που θέλουμε να την κάνουμε πιο ήπια? σίγουρα έχουμε ανάγκη από μια γενικότερη μελέτη που να δίνει κατευθύνσεις τι να γίνει για να εξασφαλίσουμε τις ανάγκες μας.
• Κάποιος είπε δεν θα μπορούμε να διπλο-παρκάρουμε για να κάνουμε τις αγορές μας και να ενισχύουμε με αυτό τον τρόπο τον αγαπητό επιχειρηματία συμπολίτη μας αυτό το να διπλο-παρκάρουμε ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΣΤΗ ΖΥΓΑΡΙΑ το ξεπερνώ γιατί άλλωστε χαμηλώνει πολύ το επίπεδο της κουβέντας।
Προσωπικά βλέπω πως ο ποδηλατόδρομος είναι ένα θετικό έργο για την πόλη μας।
Συμφωνώ ότι τα στοιχεία που θα με βοηθούσαν για να πάρω την απόφαση αν δέχομαι το έργο η οχι δεν είναι πλήρη. Με την εμπειρία μου ίσως (είμαι μελετητής και έχω βρεθεί αρκετές φορές στην θέση να πάρω αποφάσεις) μπορώ να δώ ότι το έργο θα εξυπηρετήσει την πόλη και τους πολίτες θα αναβαθμίσει την συνολική ποιότητα της ζωής μας τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά.
Οσο για τους συμπαθέστατους επιχειρηματίες πιστεύω ότι τελικά θα ωφεληθούν από την αναβάθμιση της Γερουλάνου όπου έχουν γίνει δρόμοι ήπιας κυκλοφορίας η πεζόδρομοι η εμπορική κίνηση μεγαλώνει ίσως το θέμα να είναι αν θέλουμε και άλλη εμπορική κίνηση ` στην Γερουλάνου।
Αυτό που μας λείπει για να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα και την τελική ποιότητα όπου αυτή υπάρχει τέτοιων αποσπασματικών έργων όπως ο μικρός ποδηλατόδρομος της πόλης μας είναι ένα όραμα ένα κοινό όραμα για το σύνολο της πόλης που ζούμε.
Οι αρχιτέκτονες οι μηχανικόί οι πολεοδόμοι έχουμε μάθει στις σπουδές μας πως όταν έχουμε να μελετήσουμε και να σχεδιάσουμε για την υλοποίηση κάποιου έργου το κάνουμε εξετάζοντας το περιβάλλον του έργου πρώτα στην μεγάλη κλίμακα και κατόπιν στην μικρή Πρώτα στον γενικό χώρο και διαδοχικά στους μικρότερους μέχρι να φτασουμε στον τμήμα του χώρου που αφορά το συγκεκριμένο έργο ας πούμε του ποδηλατόδρομου της Γερουλάνου. Το λέω αυτό γιατί κατανοώ πλήρως την ανησυχία όλων εκείνων που αντιδρούν. Ανησυχούν για το αβέβαιο μέλλον και την διαμόρφωση της ζωής μας από τα δημοτικά έργα. Δεν έχουμε τα στοιχεία που θα μας έδιναν την ξεκάθαρη εικόνα του τι τελικά θα πετύχουμε ξεκινώντας με τον κάθε ποδηλατόδρομο με το κάθε έργο και τις συνέπιες καλές η κακές που θα φέρει αυτό στην ζωή της πόλης μας. Θα είναι μόνο αυτό το κομμάτι ή θα επεκταθεί σε όλη την πόλη Τα αυτοκίνητα πού θα χωρέσουν? μήπως υπάρχει χώρος για δημόσια παρκινγκ? Το αυτοκίνητο που έχει σήμερα τον πρώτο ρόλο στις μετακίνησης για κάθε απόσταση μακρινή η κοντινή μήπως στα όρια του δήμου μπορεί να αντικατασταθεί πχ από ασφαλείς και ευχάριστες πεζές η ποδηλατικές διαδρομές? Έχουμε κάτι άλλο στο μυαλό μας που μπορεί να μας καλυτερεύσει την ζωή? Αποφάσεις πρέπει να παίρνονται αλλά δεν βλέπω οι άνθρωποι να σκέφτονται ιδιαίτερα την ευρύτερη στρατηγική.
Όλα αυτά και πάρα πολλά άλλα επιμέρους ζητήματα πρέπει κατά την γνώμη μου να οργανωθούν και να αντιμετωπιστούν κάτω από το γενικό ΘΕΜΑ: που έχει τίτλο η οργάνωσης και η διαχείρισης του δημόσιου Χώρου
Η οργάνωση και η διαχείριση του δημόσιου Χώρου πρέπει μα γίνει ένα ζήτημα ανοιχτό στους πολίτες και να βρεθεί ο τρόπος να δραστηριοποιηθούμε όλοι για αυτό.
Το κοινό όραμα της καλύτερης της πιο ανθρώπινης πόλης πρέπει να σχεδιασθεί καθαρά και να αποτυπωθεί σαν εικόνα σαν φωτογραφία, να γίνει αποδεκτό από την πλειοψηφία των πολιτών, να αποτελεί για την δημοτική διαχείριση τον προγραμματισμό που θα υποδεικνύει το τι πρέπει να γίνει να προκύψουν από αυτό δράσεις και έργα και να σχεδιαστεί η υλοποίησή τους σε ορίζοντα μακροπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και άμεσο.
Το κοινό όραμα αυτό να δίνει σε όλους μας τον στόχο για έργα και δράσεις χωρίς αντιπαραθέσεις για το καλό της πόλης και του κοινωνικού συνόλου।
Ονομάζομαι Ηλίας Πέτρου είμαι Αρχιτέκτονας και ζω στην Αργυρούπολη με την οικογένειά μου από το 1992.
Θα ήθελα να πω δυο λόγια σχετικά με το έργο του ποδηλατόδρομου στην Μαρίνου Γερουλάνου.
Είδαμε να ξεκινάει το έργο της κατασκευής του ποδηλατοδρόμου.
Με μεγάλη απορία μάθαμε οτι υπάρχουν αντιδράσεις, κυρίως από τους επαγγελματίες που έχουν επιχειρήσεις στην Γερουλάνου.
Για αυτό βρισκόμαστε εδώ σήμερα, για να συζητηθεί δηλαδή και αυτό το θέμα στο δημοτικό συμβούλιο।
Η δική μου παρέμβαση είναι αυτή -του πολίτη που ενδιαφέρεται για την πόλη του και θέλει να την βλέπει να γίνεται όλο και καλύτερη όλο και πιο ανθρώπινη। Ενδιαφέρομαι όπως όλοι μας για εμάς και τα παιδιά μας μέσα στον χώρο που ζούμε και την ποιότητα που μπορούμε να πετύχουμε για τον χώρο αυτό εμείς οι ίδιοι με την στάση μας και τις αποφάσεις που παίρνουμε και αφορούν στην οργάνωση της πόλης.Έψαξα να ενημερωθώ για το έργο. Βρήκα πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Δήμου «argyroupoli.gr».
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι αντιδρούν? τι δεν τους αρέσει από το έργο? τι φοβούνται ότι θα χάσουν? Στην άσχημη περίοδο που διανύουμε με την οικονομία όλοι περνάμε δύσκολα και έχουμε δίκιο να είμαστε ανήσυχοι।
Σκέπτομαι το έργο και αυτά που ακούω από τους συνδημότες μου τα θετικά και τα αρνητικά φτιάχνω μια ζυγαριά και προσπαθώ να ζυγίσω τα υπέρ και τα κατά.
• θα γίνει ολική ανακατασκευή του πεζοδρομίου στην μια πλευρά της Γερουλάνου και στην νέα μορφή που θα πάρει το πεζοδρόμιο θα υπάρχουν δυο λωρίδες μια ανά κατεύθυνση για τα ποδήλατα ΚΑΛΟ ΑΥΤΟ. Θα μπορούμε να κυκλοφορούμε με ποδήλατο στην πόλη μας ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ (Σήμερα ένας ενήλικας μπορεί να το κάνει? ναι αλλά με πολλά εμπόδια, ένα παιδί? όχι δυστυχώς κινδυνεύει.)
• Η διαδρομή του ποδηλατοδρόμου θα γίνει σε όλο το μήκος της Γερουλάνου ΚΑΛΟ ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ Θα έπρεπε η διαδρομή να είναι πιο μεγάλη και να καλύπτει το σύνολο του δήμου. Αξίζει να το προτείνουμε και ας ελπίσουμε να γίνει σε μια δεύτερη φάση.
• Θα προβλεφτούν και διαδρομές που θα συνδέουν τον μικρό ποδηλατοδρόμο με το μετρό καλό και πολύ χρήσιμο.
• Θα υπάρχουν και δημοτικά ποδήλατα ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ το έκαναν στο Παρίσι και σε πάρα πολλές μικρές και μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, εκεί πέτυχε, οι πολίτες τα χρησιμοποιούν τα δημοτικά ποδήλατα και εξυπηρετούνται.
• Θα διευθετηθούν οι θέσεις στάθμευσης με οριοθέτησή τους από την κατασκευή των πεζοδρομίων έτσι ώστε στις διασταυρώσεις να τηρείται η οδηγία του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και τα αυτοκίνητα να μην παρκάρουν στις γωνίες οι πεζοί και τα ποδήλατα την στιγμή που διασταυρώνονται με τα αυτοκίνητα θα έχουν την απαιτούμενη ορατότητα να διασχίσουν την διασταύρωση χωρίς να κινδυνεύουν. ΚΑΛΟ ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΕΙΩΘΟΥΝ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ αυτές οι παράνομες που για κάποιο παραλογισμό που μας διακατέχει τις έχουμε αποδεχθεί. Κάτι πρέπει όμως να κάνουμε για τις θέσεις στάθμευσης έχουμε ανάγκη κι άλλες πολύ περισσότερες.
• Θα μειωθεί το πλάτος του οδοστρώματος δηλαδή εκεί που κυκλοφορούν τα οχήματα ΔΥΚΟΛΕΥΟΜΑΙ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΣΤΗΝ ΖΥΓΑΡΙΑ χρειάζομαι μια πιο τεχνοκρατική προσέγγιση για το κυκλοφοριακό στην Αργυρούπολη τι θέλουμε να πετύχουμε? που θέλουμε να ρίξουμε το βάρος της κυκλοφορίας και που θέλουμε να την κάνουμε πιο ήπια? σίγουρα έχουμε ανάγκη από μια γενικότερη μελέτη που να δίνει κατευθύνσεις τι να γίνει για να εξασφαλίσουμε τις ανάγκες μας.
• Κάποιος είπε δεν θα μπορούμε να διπλο-παρκάρουμε για να κάνουμε τις αγορές μας και να ενισχύουμε με αυτό τον τρόπο τον αγαπητό επιχειρηματία συμπολίτη μας αυτό το να διπλο-παρκάρουμε ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΣΤΗ ΖΥΓΑΡΙΑ το ξεπερνώ γιατί άλλωστε χαμηλώνει πολύ το επίπεδο της κουβέντας।
Προσωπικά βλέπω πως ο ποδηλατόδρομος είναι ένα θετικό έργο για την πόλη μας।
Συμφωνώ ότι τα στοιχεία που θα με βοηθούσαν για να πάρω την απόφαση αν δέχομαι το έργο η οχι δεν είναι πλήρη. Με την εμπειρία μου ίσως (είμαι μελετητής και έχω βρεθεί αρκετές φορές στην θέση να πάρω αποφάσεις) μπορώ να δώ ότι το έργο θα εξυπηρετήσει την πόλη και τους πολίτες θα αναβαθμίσει την συνολική ποιότητα της ζωής μας τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά.
Οσο για τους συμπαθέστατους επιχειρηματίες πιστεύω ότι τελικά θα ωφεληθούν από την αναβάθμιση της Γερουλάνου όπου έχουν γίνει δρόμοι ήπιας κυκλοφορίας η πεζόδρομοι η εμπορική κίνηση μεγαλώνει ίσως το θέμα να είναι αν θέλουμε και άλλη εμπορική κίνηση ` στην Γερουλάνου।
Αυτό που μας λείπει για να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα και την τελική ποιότητα όπου αυτή υπάρχει τέτοιων αποσπασματικών έργων όπως ο μικρός ποδηλατόδρομος της πόλης μας είναι ένα όραμα ένα κοινό όραμα για το σύνολο της πόλης που ζούμε.
Οι αρχιτέκτονες οι μηχανικόί οι πολεοδόμοι έχουμε μάθει στις σπουδές μας πως όταν έχουμε να μελετήσουμε και να σχεδιάσουμε για την υλοποίηση κάποιου έργου το κάνουμε εξετάζοντας το περιβάλλον του έργου πρώτα στην μεγάλη κλίμακα και κατόπιν στην μικρή Πρώτα στον γενικό χώρο και διαδοχικά στους μικρότερους μέχρι να φτασουμε στον τμήμα του χώρου που αφορά το συγκεκριμένο έργο ας πούμε του ποδηλατόδρομου της Γερουλάνου. Το λέω αυτό γιατί κατανοώ πλήρως την ανησυχία όλων εκείνων που αντιδρούν. Ανησυχούν για το αβέβαιο μέλλον και την διαμόρφωση της ζωής μας από τα δημοτικά έργα. Δεν έχουμε τα στοιχεία που θα μας έδιναν την ξεκάθαρη εικόνα του τι τελικά θα πετύχουμε ξεκινώντας με τον κάθε ποδηλατόδρομο με το κάθε έργο και τις συνέπιες καλές η κακές που θα φέρει αυτό στην ζωή της πόλης μας. Θα είναι μόνο αυτό το κομμάτι ή θα επεκταθεί σε όλη την πόλη Τα αυτοκίνητα πού θα χωρέσουν? μήπως υπάρχει χώρος για δημόσια παρκινγκ? Το αυτοκίνητο που έχει σήμερα τον πρώτο ρόλο στις μετακίνησης για κάθε απόσταση μακρινή η κοντινή μήπως στα όρια του δήμου μπορεί να αντικατασταθεί πχ από ασφαλείς και ευχάριστες πεζές η ποδηλατικές διαδρομές? Έχουμε κάτι άλλο στο μυαλό μας που μπορεί να μας καλυτερεύσει την ζωή? Αποφάσεις πρέπει να παίρνονται αλλά δεν βλέπω οι άνθρωποι να σκέφτονται ιδιαίτερα την ευρύτερη στρατηγική.
Όλα αυτά και πάρα πολλά άλλα επιμέρους ζητήματα πρέπει κατά την γνώμη μου να οργανωθούν και να αντιμετωπιστούν κάτω από το γενικό ΘΕΜΑ: που έχει τίτλο η οργάνωσης και η διαχείρισης του δημόσιου Χώρου
Η οργάνωση και η διαχείριση του δημόσιου Χώρου πρέπει μα γίνει ένα ζήτημα ανοιχτό στους πολίτες και να βρεθεί ο τρόπος να δραστηριοποιηθούμε όλοι για αυτό.
Το κοινό όραμα της καλύτερης της πιο ανθρώπινης πόλης πρέπει να σχεδιασθεί καθαρά και να αποτυπωθεί σαν εικόνα σαν φωτογραφία, να γίνει αποδεκτό από την πλειοψηφία των πολιτών, να αποτελεί για την δημοτική διαχείριση τον προγραμματισμό που θα υποδεικνύει το τι πρέπει να γίνει να προκύψουν από αυτό δράσεις και έργα και να σχεδιαστεί η υλοποίησή τους σε ορίζοντα μακροπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και άμεσο.
Το κοινό όραμα αυτό να δίνει σε όλους μας τον στόχο για έργα και δράσεις χωρίς αντιπαραθέσεις για το καλό της πόλης και του κοινωνικού συνόλου।
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010
Jacques-Alain Miller
Ψυχανάλυση της οικονομικής κρίσης१
Ερώτηση: Όπως θα μας υπενθύμιζε η ετυμολογία, υπάρχουν διάφορες συγ-
γένειες μεταξύ της λέξης ‘κρίση’ και της λέξης ‘κρίσιμος.’ Η κρίση παραπέμπει στη
γνώμη ή την απόφαση, αλλά αποτελεί περισσότερο από κάθε τι άλλο ένα σημείο δια-
κλάδωσης, όπως μια ασθένεια που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο ή στη θεραπεία.
Για τον ψυχαναλυτή, ποια είναι η έννοια της λέξης κρίση;
Jacques-Alain Miller: Ο ψυχαναλυτής είναι “φιλικός με την κρίση.” Η εισαγω-
γή στην ψυχανάλυση πάντοτε αποτελεί για το υποκείμενο μια κρίσιμη στιγμή, που
ανταποκρίνεται σε μια κρίση ή ξεσκεπάζει μια κρίση. Μόνο, αφού αρχίσει, η ψυχα-
νάλυση γίνεται μια σκληρή εργασία. Κρίση κλάματος; Περιμένετε μέχρι να περάσει.
Κρίση αγωνίας, επίθεση πανικού; Ηρεμείτε. Κρίση τρέλας; Αποφεύγετε να την αρχί-
σετε.. Επιπλέον, κάθε συνεδρία είναι σαν μια μικρή κρίση, που περνά από παροξυσμό
μέχρι να ξεκαθαρίσει. Κοντολογίς, υπάρχει κρίση με την ψυχαναλυτική έννοια, όταν
η ομιλία, ο λόγος, οι λέξεις, τα σχήματα, οι τύποι, η ρουτίνα, όλοι οι συμβολικοί μη-
χανισμοί, αποδεικνύονται ξαφνικά ότι είναι αδύνατο να ελέγξουν το πραγματικό, που
διαμορφώνεται όπως νά ’ναι. Η κρίση είναι το πραγματικό αχαλιναγώγητο, το αδύνα-
το να ελεγχθεί. Το ισοδύναμο, στον πολιτισμό, εκείνων των θυελλών, με τις οποίες η
φύση περιοδικά υπενθυμίζει στην ανθρωπότητα την επισφάλειά της, την τρωτότητά
της.
Ε.: Πώς ερμηνεύετε τον φόβο να χάσουμε χρήματα, τα χρήματά μας; Η συ-
γκέντρωση χρημάτων είναι το ίδιο πράγμα για έναν μικρό αποταμιευτή, όπως για
έναν δισεκατομμυριούχο;
JAM: Συμβαίνει τις τελευταίες βδομάδες να κουράρω έναν ασθενή, δισεκατομ-
μυριούχο και μανιακό, ο οποίος συχνά μου ανακοίνωνε γελώντας ότι μόλις εκείνο το
πρωί είχε κερδίσει ή χάσει ένα εκατομμύριο δολάρια σπεκουλάροντας με το συνάλ-
λαγμα. Το κόστος της συνεδρίας ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν ένα φιλοδώρημα, κάτι ανύ-
παρκτο. Κατέληξε να χρεοκοπήσει. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τύποι δισεκατομμυριού-
χων, πιο συντηρητικοί, ακόμη και μίζεροι, και πιο ενημερωμένοι. Αλλά αν είσθε
πραγματικά πλούσιοι, τότε μάλλον δεν μπορείτε να κάνετε ψυχανάλυση, γιατί δεν
μπορείτε να πληρώσετε, δεν μπορείτε να δώσετε κάτι το σημαντικό για σας: η ψυχα-
νάλυση γλιστρά από τα δάκτυλά σας όπως το νερό πάνω στα φτερά της πάπιας. Ο
“μικρός αποταμιευτής”; Αν αποταμιεύεις ή μαζεύεις, σημαίνει ότι θυσιάζεις την επι-
θυμία, ή τουλάχιστον την αναβάλλεις. Το κουτί του Harpagon (του ήρωα του Μο-
λιέρου) είναι το κουτί της απόλαυσης, αλλά της ψυχρής απόλαυσης. Το χρήμα είναι
ένας σηματοδότης χωρίς σηματοδότηση, που σκοτώνει όλες τις σηματοδοτήσεις.
Όταν αφιερώνεται κανείς στο χρήμα, η αλήθεια χάνει το νόημα, το μόνο που τότε έχει
κανείς μπροστά του είναι μια παγίδα.
Ε.: Το δέλεαρ του κέρδους, η επιθυμία να στοιβάζεις μεγάλα χρηματικά ποσά,
κάνουν κάτι το εξωπραγματικό. Μια τέτοια ώθηση προς τον πλούτο σχετίζεται με την
ενόρμηση του θανάτου;
JAM: Ναι, η ώθηση της αποταμίευσης διαλογίζεται ανοιχτά το θάνατο, τον
τρόμο της αρρώστιας, την επιθυμία της διαιώνισης μέσω των απογόνων. Υπάρχει
όμως ακόμη κι η ώθηση του δανεισμού, αν μπορώ να το πω έτσι, με την κατανάλωση
σαν την ύστατη συνέπειά της, η ασταμάτητη σπατάλη. Και μετά υπάρχει κι η ώθηση
του χρήματος χάρη του χρήματος, η καθαρή ευχαρίστηση της αποθησαύρισης. Θάνα-
τος, απόλαυση κι επανάληψη, αυτές είναι οι τρεις πλευρές μιας πυραμίδας, της οποίας
η βάση δίνεται από την ασυνείδητη φύση του χρήματος: κι εδώ έχουμε να κάνουμε με
το πρωκτικό αντικείμενο. Τι βλέπουμε αυτή τη στιγμή της αλήθειας για την οικονομι-
κή κρίση, στην οποίαν είμαστε; Ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι το χρήμα είναι σαν τα σκα-
τά! Εδώ βρίσκεται το πραγματικό, που αναστατώνει όλα τα λόγια. Κάποιοι το λένε,
ευγενικά, “τα τοξικά κεφάλαια”.. Ο πάπας Βενέδικτος ο 6ος, πάντοτε οξύνους, έσπευ-
σε αμέσως να επωφεληθεί από την οικονομική κρίση: “αποδεικνύει,” έλεγε, “ότι τα
πάντα είναι μάταια κι ότι μόνο ο λόγος του Θεού ισχύει!”
Ε.: Η κρίση αυτή εμπεριέχει μια έντονη ψυχολογική διάσταση. Τι εξηγεί τις κι-
νήσεις πανικού κι ιδιαίτερα τα τινάγματα στα χρηματιστήρια; Τι τα ξεκινά και πώς
μπορούν να ηρεμήσουν;
JAM: Το σημείο του χρήματος έχει να κάνει με τη φαινομενικότητα, που εξαρ-
τάται από τις κοινωνικές συμβάσεις. Το οικονομικό σύμπαν είναι μια αρχιτεκτονική
φτιαγμένη από αποκυήματα της φαντασίας και το θεμέλιό της είναι αυτό που ο Lacan
ονόμαζε “υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει,” ότι γνωρίζει το γιατί και το πώς.
Ποιος παίζει αυτόν τον ρόλο; Το κοντσέρτο των αρχών, από όπου μερικές φορές
βγαίνει κάποια φωνή, όπως, για παράδειγμα, του Alan Greenspan, στον καιρό του. Οι
παίκτες της οικονομίας βασίζουν τη συμπεριφορά της σ’ αυτό. Η πλασματική και
υπέρ-αναστοχαστική δομή κρατιέται από την “πίστη” στις αρχές, δηλαδή, μέσω της
μεταβίβασης προς το υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει. Όταν το υποκείμενο
αυτό παραπαίει, υπάρχει κρίση, διάλυση των θεμέλιων, που φυσικά εμπεριέχει και
φαινόμενα πανικού. Όμως, το οικονομικό υποκείμενο, που υποτίθεται ότι γνωρίζει,
ήδη ήταν εντελώς καταρρακωμένο, εξ αιτίας της απελευθέρωσης της αγοράς. Κι αυτό
συνέβη, γιατί ο οικονομικός κόσμος πίστευε, ξεμυαλισμένος μέσα στην παράκρουσή
του, ότι θα μπορούσε να τακτοποιήσει τα πράγματα χωρίς τη συνδρομή αυτών που
υποτίθεται ότι γνώριζαν. Πρώτο, οι κτηματομεσιτικές αξίες αχρηστεύτηκαν. Δεύτερο,
βαθμιαία όλα έγιναν σκατά. Τρίτο, υπάρχει μια γιγαντιαία αρνητική μεταβίβαση προς
τις αρχές. Το ηλεκτροσόκ του σχέδιου Paulson/Bernanke εξαγριώνει τον κόσμο: η
κρίση γίνεται κρίση εμπιστοσύνης και θα διαρκέσει μέχρις ότου ανοικοδομηθεί το
υποκείμενο που υποτίθεται ότι θα γνωρίζει. Αυτό θα γίνει μακροπρόθεσμα με τη μορ-
φή ενός νέου σύνολου συμφωνιών τύπου Bretton Woods, ενός συμβούλιου, στο
οποίο θα ανατεθεί να μιλήσει την αλήθεια για την αλήθεια
Η επιθυμία του Λακάν2
[…] Λοιπόν, είναι ιδιαίτερα πιθανόν να χρειαζόταν αυτή η πρόσδεση της επιθυ-
μίας του Φρόυντ στο Όνομα-του-Πατέρα για να γεννηθεί η ψυχανάλυση και για να
μπορέσει η υστερική, μαζί με το Φρόυντ, να ανοίξει το δρόμο στην έλευση της ψυχα-
ναλυτικής πρακτικής. Είναι ένα πρόβλημα που αξίζει να μελετηθεί.
Κατά δεύτερο λόγο, μπορούμε να πούμε ομοίως ότι χρωστάμε στη διπλή πρόσ-
δεση της επιθυμίας του Φρόυντ στο Όνομα-του-Πατέρα και στο Λόγο του Κυρίου
την εξάπλωση της ψυχανάλυσης, το επιτυχές στήσιμο από αυτόν τον σχετικά παρα-
γνωρισμένο στους κύκλους του βιεννέζο γιατρουδάκο μιας εντυπωσιακής μηχανής
που εξακολουθεί, ως μηχανή, να λειτουργεί απρόσκοπτα και στο τέλος του αιώνα.
Ότι του χρωστάμε, ας το υπενθυμίσουμε ξεκάθαρα, αυτό που ο Λακάν διαπίστωνε ότι
είναι μία Εκκλησία.
Υπάρχει εξάλλου κάτι διασκεδαστικά ενδιαφέρον, ο Φρόυντ και ο Ιουδαϊσμός
αποτελούν ένα καθιερωμένο θεματικό μοτίβο, αλλά θα ήταν εξίσου ευπρόσδεκτο να
μιλούσε κανείς για το Λακάν και τον Καθολικισμό: μαθητής των Πατέρων, γαλουχη-
μένος στο κολλέγιο Στανισλάς, που υπάρχει και σήμερα.
Αλλά, τελικά, με ένα περίεργο χίασμα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο
Φρόυντ ο Εβραίος εκείνος που επινόησε, που δημιούργησε την ψυχαναλυτική Εκκλη-
σία, δηλαδή που εγκαθίδρυσε, που αποδέχτηκε ίσως καρτερικά μια ορθοδοξία υπηρε-
τούμενη από μια ιεραρχία, η οποία είναι το πιο στέρεο στοιχείο της θεσμικής κληρο-
νομιάς του φροϋδισμού.
Σύμφωνα πάντα με αυτό το περίεργο χίασμα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για
το Λακάν και τον Ιουδαϊσμό, γιατί κατά βάθος, οδήγησε άραγε ─να ένα ερώτημα─
τις θεσμικές προσπάθειές του πολύ πιο πέρα από την ανάδειξη ενός ορίου σύμφωνα
με το οποίο δεν υπήρχε άλλος εκεί όπου αυτός ήταν; Κάτι που αντιστοιχεί στο διατυ-
πωμένο ορισμό του Θεού του Ισραήλ, όπως ο ίδιος τον είχε αποκρυπτογραφήσει.
Για να υπενθυμίσω άλλωστε αυτό που δημιούργησε ο Φρόυντ, θα σας διαβάσω
έναν από τους αφορισμούς του Νίτσε. Πρόκειται για κάτι που σας παραδίδω και το
οποίο συγκρατώ στη μνήμη μου εδώ και χρόνια ─ το θυμάμαι για να αποφεύγω ακρι-
βώς να κάνω το ίδιο πράγμα. Εάν θέλετε μπορείτε να βρείτε αυτό το απόσπασμα στο
Humain, trop humain, στον αφορισμό 122. Επιγράφεται «Οι αόμματοι μαθητές»: «Ο
χρόνος κατά τον οποίο ο Μαιτρ γνωρίζει αρκετά τη δύναμη και την αδυναμία του θε-
ωρητικού συστήματος του, της τέχνης του, της θρησκείας του, συμπίπτει με την περί-
οδο που η εξουσία του είναι ελάχιστη. Ο μαθητής, ο απόστολος ο οποίος τυφλωμένος
από το κύρος του Μαιτρ και την ευλαβή προσήλωση σε αυτόν αποστρέφει τους
οφθαλμούς από την αδυναμία του θεωρητικού συστήματος της θρησκείας κτλ., έχει
κατά κανόνα, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μεγαλύτερη ισχύ από τον Μαιτρ. Χωρίς αυ-
τούς τους τυφλούς μαθητές ουδέποτε η επιρροή ενός ανθρώπου και του έργου του
κατάφερε να εξαπλωθεί. Για να συμβάλουμε στο θρίαμβο μιας ιδέας, συχνότατα αρ-
κεί να εργαστούμε για την ενδόμυχη σύμπραξη της με τη βλακεία, ώσπου το τε-
ράστιο βάρος αυτής να υπερισχύσει, συμπαρασύροντάς την πρώτη στη νικηφόρα πο-
ρεία της».
Αυτό ακριβώς συνέβη στην ψυχανάλυση. Και αυτό δεν αποτελεί καθόλου μια
άσχημη εισαγωγή στο ερώτημα της επιθυμίας του Λακάν…
1 http :// criticalpsygreece . org /2008/
Παρατίθεται η μετάφραση από τον Μωυσή Μπουντουρίδη και το μπλόγκ του “Κοινωνικά Κινήματα & Κοινωνι-
κά Δίκτυα” μιας πρόσφατης συνέντευξης του διαπρεπούς Γάλλου ψυχαναλυτή Jacques-Alain Miller για την τρέχουσα
οικονομική κρίση του καπιταλισμού, που είχε αναρτηθεί (στα αγγλικά) στο γνωστό site www.lacan.com. Ο Jacques-
Alain Miller ήταν μαθητής, συνεργάτης και μελετητής του Jacques Lacan, με την κορή μάλιστα του οποίου είναι πα-
ντρεμένος. Έχει ένα πολύ εκτεταμένο συγγραφικό, θεωρητικό και κλινικό έργο πάνω στην ψυχανάλυση της σχολής του
Lacan
2 http://www.aletheia.gr/text.html#Η_ΕΠΙΘΥΜΙΑ_ΤΟΥ_ΛΑΚΑΝ
Το κείμενο του Ζ.-Α. Μιλλέρ, δημοσίευση στο περιοδικό La lettre mensuelle Nο 101-102, Ιούνιος-Ιούλιος
1991. Αντιστοιχεί σ’ ένα απομαγνητοφωνημένο μάθημα. Η παράγωγη κειμενικότητά του, σημαδεμένη από την προφο-
ρική προέλευσή του, γίνεται αντιληπτή κατά την ανάγνωση.
Η επιθυμία του αναλυτή, όρος σφυρηλατημένος από τον Λακάν, δεν παραπέμπει στην επιθυμία του ψυχαναλυτή
ως προσώπου, ακόμη λιγότερο ως υποκειμένου. Πρόκειται για έναν τυπικό τελεστή συναρμόσιμο με το ψυχαναλυτικό
dispositif, στον οποίο η πράξη του αναλυτή βρίσκει το αναγκαίο στήριγμα της.
Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα σε ενόρμηση και ταύτιση (βλ. SXI).
Ερώτηση: Όπως θα μας υπενθύμιζε η ετυμολογία, υπάρχουν διάφορες συγ-
γένειες μεταξύ της λέξης ‘κρίση’ και της λέξης ‘κρίσιμος.’ Η κρίση παραπέμπει στη
γνώμη ή την απόφαση, αλλά αποτελεί περισσότερο από κάθε τι άλλο ένα σημείο δια-
κλάδωσης, όπως μια ασθένεια που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο ή στη θεραπεία.
Για τον ψυχαναλυτή, ποια είναι η έννοια της λέξης κρίση;
Jacques-Alain Miller: Ο ψυχαναλυτής είναι “φιλικός με την κρίση.” Η εισαγω-
γή στην ψυχανάλυση πάντοτε αποτελεί για το υποκείμενο μια κρίσιμη στιγμή, που
ανταποκρίνεται σε μια κρίση ή ξεσκεπάζει μια κρίση. Μόνο, αφού αρχίσει, η ψυχα-
νάλυση γίνεται μια σκληρή εργασία. Κρίση κλάματος; Περιμένετε μέχρι να περάσει.
Κρίση αγωνίας, επίθεση πανικού; Ηρεμείτε. Κρίση τρέλας; Αποφεύγετε να την αρχί-
σετε.. Επιπλέον, κάθε συνεδρία είναι σαν μια μικρή κρίση, που περνά από παροξυσμό
μέχρι να ξεκαθαρίσει. Κοντολογίς, υπάρχει κρίση με την ψυχαναλυτική έννοια, όταν
η ομιλία, ο λόγος, οι λέξεις, τα σχήματα, οι τύποι, η ρουτίνα, όλοι οι συμβολικοί μη-
χανισμοί, αποδεικνύονται ξαφνικά ότι είναι αδύνατο να ελέγξουν το πραγματικό, που
διαμορφώνεται όπως νά ’ναι. Η κρίση είναι το πραγματικό αχαλιναγώγητο, το αδύνα-
το να ελεγχθεί. Το ισοδύναμο, στον πολιτισμό, εκείνων των θυελλών, με τις οποίες η
φύση περιοδικά υπενθυμίζει στην ανθρωπότητα την επισφάλειά της, την τρωτότητά
της.
Ε.: Πώς ερμηνεύετε τον φόβο να χάσουμε χρήματα, τα χρήματά μας; Η συ-
γκέντρωση χρημάτων είναι το ίδιο πράγμα για έναν μικρό αποταμιευτή, όπως για
έναν δισεκατομμυριούχο;
JAM: Συμβαίνει τις τελευταίες βδομάδες να κουράρω έναν ασθενή, δισεκατομ-
μυριούχο και μανιακό, ο οποίος συχνά μου ανακοίνωνε γελώντας ότι μόλις εκείνο το
πρωί είχε κερδίσει ή χάσει ένα εκατομμύριο δολάρια σπεκουλάροντας με το συνάλ-
λαγμα. Το κόστος της συνεδρίας ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν ένα φιλοδώρημα, κάτι ανύ-
παρκτο. Κατέληξε να χρεοκοπήσει. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τύποι δισεκατομμυριού-
χων, πιο συντηρητικοί, ακόμη και μίζεροι, και πιο ενημερωμένοι. Αλλά αν είσθε
πραγματικά πλούσιοι, τότε μάλλον δεν μπορείτε να κάνετε ψυχανάλυση, γιατί δεν
μπορείτε να πληρώσετε, δεν μπορείτε να δώσετε κάτι το σημαντικό για σας: η ψυχα-
νάλυση γλιστρά από τα δάκτυλά σας όπως το νερό πάνω στα φτερά της πάπιας. Ο
“μικρός αποταμιευτής”; Αν αποταμιεύεις ή μαζεύεις, σημαίνει ότι θυσιάζεις την επι-
θυμία, ή τουλάχιστον την αναβάλλεις. Το κουτί του Harpagon (του ήρωα του Μο-
λιέρου) είναι το κουτί της απόλαυσης, αλλά της ψυχρής απόλαυσης. Το χρήμα είναι
ένας σηματοδότης χωρίς σηματοδότηση, που σκοτώνει όλες τις σηματοδοτήσεις.
Όταν αφιερώνεται κανείς στο χρήμα, η αλήθεια χάνει το νόημα, το μόνο που τότε έχει
κανείς μπροστά του είναι μια παγίδα.
Ε.: Το δέλεαρ του κέρδους, η επιθυμία να στοιβάζεις μεγάλα χρηματικά ποσά,
κάνουν κάτι το εξωπραγματικό. Μια τέτοια ώθηση προς τον πλούτο σχετίζεται με την
ενόρμηση του θανάτου;
JAM: Ναι, η ώθηση της αποταμίευσης διαλογίζεται ανοιχτά το θάνατο, τον
τρόμο της αρρώστιας, την επιθυμία της διαιώνισης μέσω των απογόνων. Υπάρχει
όμως ακόμη κι η ώθηση του δανεισμού, αν μπορώ να το πω έτσι, με την κατανάλωση
σαν την ύστατη συνέπειά της, η ασταμάτητη σπατάλη. Και μετά υπάρχει κι η ώθηση
του χρήματος χάρη του χρήματος, η καθαρή ευχαρίστηση της αποθησαύρισης. Θάνα-
τος, απόλαυση κι επανάληψη, αυτές είναι οι τρεις πλευρές μιας πυραμίδας, της οποίας
η βάση δίνεται από την ασυνείδητη φύση του χρήματος: κι εδώ έχουμε να κάνουμε με
το πρωκτικό αντικείμενο. Τι βλέπουμε αυτή τη στιγμή της αλήθειας για την οικονομι-
κή κρίση, στην οποίαν είμαστε; Ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι το χρήμα είναι σαν τα σκα-
τά! Εδώ βρίσκεται το πραγματικό, που αναστατώνει όλα τα λόγια. Κάποιοι το λένε,
ευγενικά, “τα τοξικά κεφάλαια”.. Ο πάπας Βενέδικτος ο 6ος, πάντοτε οξύνους, έσπευ-
σε αμέσως να επωφεληθεί από την οικονομική κρίση: “αποδεικνύει,” έλεγε, “ότι τα
πάντα είναι μάταια κι ότι μόνο ο λόγος του Θεού ισχύει!”
Ε.: Η κρίση αυτή εμπεριέχει μια έντονη ψυχολογική διάσταση. Τι εξηγεί τις κι-
νήσεις πανικού κι ιδιαίτερα τα τινάγματα στα χρηματιστήρια; Τι τα ξεκινά και πώς
μπορούν να ηρεμήσουν;
JAM: Το σημείο του χρήματος έχει να κάνει με τη φαινομενικότητα, που εξαρ-
τάται από τις κοινωνικές συμβάσεις. Το οικονομικό σύμπαν είναι μια αρχιτεκτονική
φτιαγμένη από αποκυήματα της φαντασίας και το θεμέλιό της είναι αυτό που ο Lacan
ονόμαζε “υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει,” ότι γνωρίζει το γιατί και το πώς.
Ποιος παίζει αυτόν τον ρόλο; Το κοντσέρτο των αρχών, από όπου μερικές φορές
βγαίνει κάποια φωνή, όπως, για παράδειγμα, του Alan Greenspan, στον καιρό του. Οι
παίκτες της οικονομίας βασίζουν τη συμπεριφορά της σ’ αυτό. Η πλασματική και
υπέρ-αναστοχαστική δομή κρατιέται από την “πίστη” στις αρχές, δηλαδή, μέσω της
μεταβίβασης προς το υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει. Όταν το υποκείμενο
αυτό παραπαίει, υπάρχει κρίση, διάλυση των θεμέλιων, που φυσικά εμπεριέχει και
φαινόμενα πανικού. Όμως, το οικονομικό υποκείμενο, που υποτίθεται ότι γνωρίζει,
ήδη ήταν εντελώς καταρρακωμένο, εξ αιτίας της απελευθέρωσης της αγοράς. Κι αυτό
συνέβη, γιατί ο οικονομικός κόσμος πίστευε, ξεμυαλισμένος μέσα στην παράκρουσή
του, ότι θα μπορούσε να τακτοποιήσει τα πράγματα χωρίς τη συνδρομή αυτών που
υποτίθεται ότι γνώριζαν. Πρώτο, οι κτηματομεσιτικές αξίες αχρηστεύτηκαν. Δεύτερο,
βαθμιαία όλα έγιναν σκατά. Τρίτο, υπάρχει μια γιγαντιαία αρνητική μεταβίβαση προς
τις αρχές. Το ηλεκτροσόκ του σχέδιου Paulson/Bernanke εξαγριώνει τον κόσμο: η
κρίση γίνεται κρίση εμπιστοσύνης και θα διαρκέσει μέχρις ότου ανοικοδομηθεί το
υποκείμενο που υποτίθεται ότι θα γνωρίζει. Αυτό θα γίνει μακροπρόθεσμα με τη μορ-
φή ενός νέου σύνολου συμφωνιών τύπου Bretton Woods, ενός συμβούλιου, στο
οποίο θα ανατεθεί να μιλήσει την αλήθεια για την αλήθεια
Η επιθυμία του Λακάν2
[…] Λοιπόν, είναι ιδιαίτερα πιθανόν να χρειαζόταν αυτή η πρόσδεση της επιθυ-
μίας του Φρόυντ στο Όνομα-του-Πατέρα για να γεννηθεί η ψυχανάλυση και για να
μπορέσει η υστερική, μαζί με το Φρόυντ, να ανοίξει το δρόμο στην έλευση της ψυχα-
ναλυτικής πρακτικής. Είναι ένα πρόβλημα που αξίζει να μελετηθεί.
Κατά δεύτερο λόγο, μπορούμε να πούμε ομοίως ότι χρωστάμε στη διπλή πρόσ-
δεση της επιθυμίας του Φρόυντ στο Όνομα-του-Πατέρα και στο Λόγο του Κυρίου
την εξάπλωση της ψυχανάλυσης, το επιτυχές στήσιμο από αυτόν τον σχετικά παρα-
γνωρισμένο στους κύκλους του βιεννέζο γιατρουδάκο μιας εντυπωσιακής μηχανής
που εξακολουθεί, ως μηχανή, να λειτουργεί απρόσκοπτα και στο τέλος του αιώνα.
Ότι του χρωστάμε, ας το υπενθυμίσουμε ξεκάθαρα, αυτό που ο Λακάν διαπίστωνε ότι
είναι μία Εκκλησία.
Υπάρχει εξάλλου κάτι διασκεδαστικά ενδιαφέρον, ο Φρόυντ και ο Ιουδαϊσμός
αποτελούν ένα καθιερωμένο θεματικό μοτίβο, αλλά θα ήταν εξίσου ευπρόσδεκτο να
μιλούσε κανείς για το Λακάν και τον Καθολικισμό: μαθητής των Πατέρων, γαλουχη-
μένος στο κολλέγιο Στανισλάς, που υπάρχει και σήμερα.
Αλλά, τελικά, με ένα περίεργο χίασμα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο
Φρόυντ ο Εβραίος εκείνος που επινόησε, που δημιούργησε την ψυχαναλυτική Εκκλη-
σία, δηλαδή που εγκαθίδρυσε, που αποδέχτηκε ίσως καρτερικά μια ορθοδοξία υπηρε-
τούμενη από μια ιεραρχία, η οποία είναι το πιο στέρεο στοιχείο της θεσμικής κληρο-
νομιάς του φροϋδισμού.
Σύμφωνα πάντα με αυτό το περίεργο χίασμα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για
το Λακάν και τον Ιουδαϊσμό, γιατί κατά βάθος, οδήγησε άραγε ─να ένα ερώτημα─
τις θεσμικές προσπάθειές του πολύ πιο πέρα από την ανάδειξη ενός ορίου σύμφωνα
με το οποίο δεν υπήρχε άλλος εκεί όπου αυτός ήταν; Κάτι που αντιστοιχεί στο διατυ-
πωμένο ορισμό του Θεού του Ισραήλ, όπως ο ίδιος τον είχε αποκρυπτογραφήσει.
Για να υπενθυμίσω άλλωστε αυτό που δημιούργησε ο Φρόυντ, θα σας διαβάσω
έναν από τους αφορισμούς του Νίτσε. Πρόκειται για κάτι που σας παραδίδω και το
οποίο συγκρατώ στη μνήμη μου εδώ και χρόνια ─ το θυμάμαι για να αποφεύγω ακρι-
βώς να κάνω το ίδιο πράγμα. Εάν θέλετε μπορείτε να βρείτε αυτό το απόσπασμα στο
Humain, trop humain, στον αφορισμό 122. Επιγράφεται «Οι αόμματοι μαθητές»: «Ο
χρόνος κατά τον οποίο ο Μαιτρ γνωρίζει αρκετά τη δύναμη και την αδυναμία του θε-
ωρητικού συστήματος του, της τέχνης του, της θρησκείας του, συμπίπτει με την περί-
οδο που η εξουσία του είναι ελάχιστη. Ο μαθητής, ο απόστολος ο οποίος τυφλωμένος
από το κύρος του Μαιτρ και την ευλαβή προσήλωση σε αυτόν αποστρέφει τους
οφθαλμούς από την αδυναμία του θεωρητικού συστήματος της θρησκείας κτλ., έχει
κατά κανόνα, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μεγαλύτερη ισχύ από τον Μαιτρ. Χωρίς αυ-
τούς τους τυφλούς μαθητές ουδέποτε η επιρροή ενός ανθρώπου και του έργου του
κατάφερε να εξαπλωθεί. Για να συμβάλουμε στο θρίαμβο μιας ιδέας, συχνότατα αρ-
κεί να εργαστούμε για την ενδόμυχη σύμπραξη της με τη βλακεία, ώσπου το τε-
ράστιο βάρος αυτής να υπερισχύσει, συμπαρασύροντάς την πρώτη στη νικηφόρα πο-
ρεία της».
Αυτό ακριβώς συνέβη στην ψυχανάλυση. Και αυτό δεν αποτελεί καθόλου μια
άσχημη εισαγωγή στο ερώτημα της επιθυμίας του Λακάν…
1 http :// criticalpsygreece . org /2008/
Παρατίθεται η μετάφραση από τον Μωυσή Μπουντουρίδη και το μπλόγκ του “Κοινωνικά Κινήματα & Κοινωνι-
κά Δίκτυα” μιας πρόσφατης συνέντευξης του διαπρεπούς Γάλλου ψυχαναλυτή Jacques-Alain Miller για την τρέχουσα
οικονομική κρίση του καπιταλισμού, που είχε αναρτηθεί (στα αγγλικά) στο γνωστό site www.lacan.com. Ο Jacques-
Alain Miller ήταν μαθητής, συνεργάτης και μελετητής του Jacques Lacan, με την κορή μάλιστα του οποίου είναι πα-
ντρεμένος. Έχει ένα πολύ εκτεταμένο συγγραφικό, θεωρητικό και κλινικό έργο πάνω στην ψυχανάλυση της σχολής του
Lacan
2 http://www.aletheia.gr/text.html#Η_ΕΠΙΘΥΜΙΑ_ΤΟΥ_ΛΑΚΑΝ
Το κείμενο του Ζ.-Α. Μιλλέρ, δημοσίευση στο περιοδικό La lettre mensuelle Nο 101-102, Ιούνιος-Ιούλιος
1991. Αντιστοιχεί σ’ ένα απομαγνητοφωνημένο μάθημα. Η παράγωγη κειμενικότητά του, σημαδεμένη από την προφο-
ρική προέλευσή του, γίνεται αντιληπτή κατά την ανάγνωση.
Η επιθυμία του αναλυτή, όρος σφυρηλατημένος από τον Λακάν, δεν παραπέμπει στην επιθυμία του ψυχαναλυτή
ως προσώπου, ακόμη λιγότερο ως υποκειμένου. Πρόκειται για έναν τυπικό τελεστή συναρμόσιμο με το ψυχαναλυτικό
dispositif, στον οποίο η πράξη του αναλυτή βρίσκει το αναγκαίο στήριγμα της.
Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα σε ενόρμηση και ταύτιση (βλ. SXI).
Alain Badiou
Τίνος πραγματικού το θέαμα είναι αυτή η κρίση;*Η πλανητική οικονομική κρίση, όπως μας την παρουσιάζουν, μοιάζει με μια απ’ εκείνες τις
κακές ταινίες, τις οποίες τις σκαρφίζεται η βιομηχανία των προσυσκευασμένων επιτυχιών του
μεγάλου θεάματος, που σήμερα ονομάζεται “κινηματογράφος.” Τίποτε δεν λείπει: το θέαμα μιας
σταδιακής καταστροφής, το σασπένς των μεγάλων κόλπων, ο εξωτισμός του πανομοιότυπου – το
χρηματιστήριο της Τζακάρτα ζυγίζεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά του θεάματος όπως και της
Νέας Υόρκης, η διαγώνια γραμμή από τη Μόσχα στο Σάο Πάουλο, παντού η ίδια φωτιά που καιει
τις ίδιες τράπεζες – οι τρομακτικές νέες εξελίξεις: αλίμονο, ακόμη και τα πιο μελετημένα “σχέδια”
δεν μπορούν να αποτρέψουν τη Μαύρη Παρασκευή, όταν όλα καταρρέουν ή όλα θα
καταρρεύσουν.. Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία: μπροστά στη σκηνή, βλέπουμε βλοσυρούς και
σκεφτικούς, όπως στα κινηματογραφικά έργα της καταστροφής, τα μέλη της μικρής παρέας των
ισχυρών, τους πυροσβέστες της νομισματικής πυρκαγιάς – Σαρκοζύ, Πώλσον, Μέρκελ, Μπράουν,
Τρισέ κ.λπ. – να ρίχνουν μέσα στην κεντρική Τρύπα χιλιάδες δισεκατομμύριων. Θα αναρωτηθούμε
αργότερα (στα προσεχή επεισόδια του σήριαλ) από πού προέρχονται όλα αυτά τα δισεκατομμύρια,
γιατί απέναντι και στην παραμικρή απαίτηση των φτωχών, για χρόνια ως τώρα, όλοι αυτοί
απαντούσαν γυρνώντας τις τσέπες τους μέσα-έξω, για να πουν ότι δεν είχαν ούτε μια τσακιστή.
Προς το παρόν, δεν έχει σημασία. “Να σώσουμε τις τράπεζες!” Αυτή η ευγενική, η ουμανιστική
και δημοκρατική κραυγή αναβλύζει από το στόμα κάθε δημοσιογράφου και κάθε πολιτικού. Να τις
σώσουμε μ’ οποιοδήποτε τίμημα! Και πρέπει να το τονίσουμε, αφού το τίμημα δεν είναι μηδαμινό.
Οφείλω να ομολογήσω: κι εγώ ο ίδιος, μπροστά στα ποσά που κυκλοφορούν, τα οποία, όπως
σχεδόν όλος ο κόσμος, δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνουν (τι ακριβώς είναι χίλια τετρακόσια
δισεκατομμύρια ευρώ;), έχω κι εγώ εμπιστοσύνη σ’ αυτούς. Την εναποθέτω ολόκληρη στα χέρια
των πυροσβεστών. Όλοι ενωμένοι, το γνωρίζω, το αισθάνομαι, θα πετύχουν. Οι τράπεζες θα
αναπτυχθούν περισσότερο από πριν, ενώ κάποιες από τις μικρότερες ή μεσαίου μεγέθους, που ως
τώρα είχαν κατορθώσει να επιβιώνουν μόνο χάρη στην φιλευσπλαχνία του κράτους, θα δοθούν στις
μεγαλύτερες για ένα κομμάτι ψωμί. Κατάρρευση του καπιταλισμού; Θα πρέπει να αστειεύεστε.
Ποιος, τέλος πάντων, την θέλει; Ποιος γνωρίζει ακόμη και τι σημαίνει ή τι θα μπορούσε να
εννοηθεί μ’ αυτό; Ας σώσουμε τις τράπεζες, σας λεω, κι όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν.
Λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση του κόσμου και τις πολιτικές που ασκούνται σ’
αυτόν, είναι αναπόφευκτο, για τους πρωταγωνιστές του έργου, δηλαδή, τους πλούσιους, τους
υπηρέτες τους, τα παράσιτά τους, γι’ αυτούς που τους λιγουρεύονται και γι’ αυτούς που τους
λιβανίζουν, να υπάρξει στο τέλος ένα χέπυ εντ, ίσως λίγο μελαγχολικό.
Καλύτερα όμως, ας στρέψουμε την προσοχή μας προς τη μεριά των θεατών αυτού του σόου,
στο ζαλισμένο πλήθος που, ανήσυχο χωρίς να ξέρει γιατί, κατανοώντας μόνο λίγα πράγματα κι
εντελώς αποσυνδεδεμένο από οποιαδήποτε ενεργή ενασχόληση με την περίσταση, ακούει, σαν να
ήταν μια βοή από μακριά, την αναγγελία του θάνατου των τραπεζών, που βρέθηκαν τώρα
στριμωγμένες, προσπαθεί να εικάσει τι συμβαίνει παρακολουθώντας τις συναντήσεις τα
σαββατοκύριακα, πραγματικά εξαντλητικές, της ένδοξης μικρής παρέας των κυβερνώντων μας,
βλέπει να περνούν μπροστά του αστρονομικά κι ακατάληπτα χρηματικά ποσά κι αυτόματα τα
συγκρίνει με τους δικούς του πόρους, ή μάλλον, για ένα πολύ σημαντικό τμήμα της ανθρωπότητας,
με την παντελή και σκέτη ανυπαρξία τέτοιων πόρων γι’ αυτούς, ένα πράγμα που αποτελεί
ταυτόχρονα την πικρή και την ενθαρρυντική βάση της ζωής τους. Να λοιπόν πού βρίσκεται το
πραγματικό κι ο μόνος τρόπος να μπορέσουμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτό θα ήταν αν γυρίζαμε
την πλάτη μας στην οθόνη του θεάματος, για να βλέπαμε την αόρατη μάζα εκείνων, για τους
οποίους, ακριβώς πριν ριχθούν μέσα στο χειρότερο σε σχέση μ’ αυτά που ζουν, το έργο αυτό της
καταστροφής, συμπεριλαμβανομένου και του μελιστάλαχτου τέλους της (το Σαρκοζύ να
αγκαλιάζει την Μέρκελ κι όλο τον κόσμο να κλαιει από χαρά), ποτέ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα
θέατρο σκιών.
Συχνά μιλούν αυτές τις τελευταίες βδομάδες για την “πραγματική οικονομία” (την παραγωγή
* Κοινωνικά κινήματα και δίκτυα, http://thrymmata.blogspot.com/2008/10/alain-badiou.html
Εκτεταμμένα αποσπάσματα αυτού του άρθρου είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα Le Monde στις 17/10/08.
και την κυκλοφορία των αγαθών) και την οικονομία – πώς να την πούμε; τη μη πραγματική; – από
την οποίαν πηγάζουν όλα τα δεινά, δεδομένου ότι οι παράγοντες της δεύτερης αυτής οικονομίας
είχαν γίνει οι “ανεύθυνοι,” οι “παράλογοι,” οι “άρπαγες,” που άλεθαν πρώτα με απληστία, μετά με
πανικό, την ανούσια πια μάζα των μετοχών, των ασφάλιστρων και των χρημάτων. Μια τέτοια
διάκριση είναι γελοία και γενικώς θα μπορούσε εύκολα να ανασκευαστεί, όταν, μέσω μιας
αντίθετης μεταφοράς, παρουσιαζόταν η χρηματοπιστωτική κυκλοφορία και κερδοσκοπία σαν το
“κυκλοφοριακό σύστημα” της οικονομίας. Μήπως, έτσι, αφαιρείται η καρδιά και το αίμα από τη
ζωντανή πραγματικότητα του σώματος; Είναι δυνατόν μια οικονομική καρδιακή προσβολή να μην
έχει σχέση με την κατάσταση της υγείας ολόκληρης της οικονομίας; Ως γνωστό, ο
χρηματοοικονομικός καπιταλισμός, γενικώς, αποτελεί – από τις απαρχές του, που σημαίνει, κατά
τους τελευταίους πέντε αιώνες – μια από τις κεντρικές συνιστώσες του καπιταλισμού. Όσον αφορά
τους ιδιοκτήτες και τους ιθύνοντες του συστήματος αυτού, αυτοί δεν είναι “υπεύθυνοι” παρά μόνο
για τα κέρδη, ο “ορθολογισμός” τους μετριέται μόνο με τα οφέλη που αποκομίζουν και δεν είναι
μόνο άρπαγες, αλλά, επιπλέον, οφείλουν να είναι τέτοιοι.
Επομένως, δεν υπάρχει τίποτε το πιο “πραγματικό” στo αμπάρι της καπιταλιστικής
παραγωγής από ό,τι στο εμπορικό κατάστρωμά του ή στα κερδοσκοπικά διαμερίσματά του. Τα δυο
τελευταία, οπωσδήποτε, διαφθείρουν το πρώτο: στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα αντικείμενα
που παράγονται από τον τύπο αυτό των μηχανισμών – που αποσκοπούν μόνο στο κέρδος και την
παραγόμενη κερδοσκοπία, η οποία αποτελεί το γρηγορότερο και σημαντικότερο μέρος ενός τέτοιου
κέρδους – είναι αντικείμενα άσχημα, άχαρα, ακατάλληλα, άχρηστα, για τα οποία χρειάζεται να
δαπανηθούν δισεκατομμύρια ώστε να πεισθούν οι άνθρωποι για το αντίθετο. Κάτι που προϋποθέτει
ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να μεταμορφωθούν σε ιδιότροπα παιδιά, σε αιώνιους έφηβους, των
οποίων η ύπαρξη συνίσταται μόνο στην ανταλλαγή παιχνιδιών.
Η επιστροφή στο πραγματικό δεν μπορεί να είναι η κίνηση, που οδηγεί από την κακιά και
“παράλογη” κερδοσκοπία στην υγιή παραγωγή. Πρέπει να είναι η επιστροφή στην άμεση και
στοχαστική ζωή όλων των ανθρώπων που κατοικούν στον κόσμο. Απ’ αυτήν την οπτική, μπορεί
κανείς να ατενίσει θαρραλέα τον καπιταλισμό, να δει το κινηματογραφικό έργο της καταστροφής
που επιβάλλεται αυτόν τον καιρό σ’ όλους μας να δούμε. Το πραγματικό δεν είναι η ταινία, αλλά η
αίθουσα όπου παίζεται.
Τι βλέπουμε λοιπόν, αν στρέψουμε ή αναποδογυρίσουμε τα πράγματα; Τι βλέπουμε, αν
καταφέρουμε να αποσυνδεθούμε από το ατονικό άγχος του κενού, με το οποίο τα αφεντικά μας
προσβλέπουν να μας κάνουν να τους εκλιπαρήσουμε για να σώσουν τις τράπεζες; Βλέπουμε, κι
αυτό σημαίνει να βλέπουμε, τα απλά πράγματα που γνωρίζαμε από πολύ καιρό πιο πριν: ο
καπιταλισμός δεν είναι παρά ένα πλιάτσικο, κάτι παράλογο στην υπόστασή του και καταστρεπτικό
στην εξέλιξή του. Το τίμημα για κάποιες σύντομες δεκαετίες ευημερίας, που πάντοτε όμως
χαρακτηρίζονταν κι από τις απάνθρωπες ανισότητες, ήταν οι περίοδοι των κρίσεων, κατά τις οποίες
εξαφανίζονταν ορισμένα αστρονομικά ποσά αξίας, γινόντουσαν κάποιες αιματηρές εκστρατείες
καταστολής μέσα σ’ όλες τις ζώνες, που ο καπιταλισμός έκρινε ότι είχαν στρατηγική σημασία ή
ήσαν απειλητικές γι’ αυτόν, και διεξάγονταν κάποιοι παγκόσμιοι πόλεμοι που αποκαταστούσαν την
υγεία του καπιταλισμού. Εδώ βρίσκεται η διδακτική δύναμη της αντεστραμμένης ματιάς προς την
ταινία-κρίση. Δηλαδή, ποια; Απέναντι στις ζωές των ανθρώπων που βλέπουν την ταινία αυτή,
τολμούμε ακόμη να εκθειάζουμε ένα σύστημα, που εναποθέτει την οργάνωση της συλλογικής ζωής
πάνω στις χαμερπέστερες παρορμήσεις, στην απληστία, στην αντιπαλότητα, στον ασυναίσθητο
εγωισμό; Μας λένε να τραγουδάμε τον ύμνο μιας “δημοκρατίας,” της οποίας οι ηγέτες, εντελώς
ατιμωρητί, παριστάνουν τους υπηρέτες του ιδιωτικού χρηματοοικονομικού σφετερισμού, που θα
ξάφνιαζε ακόμη και τον ίδιο τον Μαρξ, ο οποίος ήδη, πριν εκατό εξήντα χρόνια, είχε χαρακτηρίσει
τις κυβερνήσεις σαν τα “θεμέλια της δύναμης του Κεφάλαιου”; Λένε στον κοινό πολίτη να
“κατανοήσει” ότι είναι εντελώς αδύνατο να κλείσει η τρύπα της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά
πρέπει να κλείσει, ανυπολόγιστα, η τρύπα των δισεκατομμύριων των τραπεζών; Πρέπει, στα
σοβαρά, να αποδεχθούμε ότι κανείς πλέον δεν μπορεί να φαντασθεί την εθνικοποίηση μιας
επιχείρησης, που βρίσκεται σε δεινή κατάσταση λόγω του ανταγωνισμού, μιας επιχείρησης, στην
οποίαν εργάζονται χιλιάδες εργάτες, αλλά ότι είναι προφανές πώς αυτό πρέπει να γίνει για μια
τράπεζα, που ξέμεινε λόγω κερδοσκοπίας;
Σ’ αυτήν την υπόθεση, το πραγματικό είναι εξ αρχής ένα από τα δεδομένα της κρίσης. Γιατί
από πού προέρχεται όλη αυτή η οικονομική φαντασμαγορία; Απλούστατα από το γεγονός ότι,
αφήνοντας να λάμψουν μπροστά τους κάποιες σαγηνευτικές δυνατότητες πιστωτικού δανεισμού,
γινόντουσαν αναγκαστικές πωλήσεις πολυτελών κατοικιών σ’ άνθρωπους που δεν είχαν κανένα
μέσο να τις αγοράσουν. Στη συνέχεια, τα χρεωστικά των ανθρώπων αυτών ξαναπουλιόντουσαν
αναμεμιγμένα, όπως γίνεται με τα καλά ναρκωτικά, μαζί με διάφορα χρεόγραφα, των οποίων η
σύνθεση γινόταν τόσο πολύπλοκη όσο κι αδιαφανής μέσα από το έργο ολόκληρων ταγμάτων
μαθηματικών. Κι όλα αυτά τότε κυκλοφορούσαν, από εξαγορά σ’ εξαγορά, αποτιμούμενα όλο και
ψηλότερα στις πιο απομακρυσμένες τράπεζες. Όμως, η υλική εγγύηση μιας τέτοιας κυκλοφορίας
βρισκόταν στα σπίτια, που είχαν πωληθεί. Αλλά αρκούσε η κτηματομεσιτική αγορά να
καταρρεύσει, γιατί, καθώς οι εγγυήσεις αυτές υποτιμούνταν όλο και πιο πολύ κι οι πιστωτές
ζητούσαν όλο και περισσότερα, ενώ οι αγοραστές μπορούσαν να ξεπληρώσουν τις οφειλές τους
όλο και λιγότερο. Κι όταν στο τέλος δεν μπορούσαν πια να συνεχίσουν, το ναρκωτικό, που είχε
εισχωρήσει μέσα στα χρεωστικά, έφθανε να τα δηλητηριάσει: δεν άξιζαν πλέον τίποτε.
Φαινομενική ισοπαλία: οι θεατές χάνουν το στοίχημά τους κι οι αγοραστές χάνουν τα σπίτια τους,
από τα οποία διώχνονται ευγενικά. Αλλά όμως, το πραγματικό αυτής της ισοπαλίας βρίσκεται, ως
συνήθως, στην πλευρά του συλλογικού, της καθημερινής ζωής: στο τέλος, όλα ξεκινούν από το ότι
υπάρχουν χιλιάδες εκατομμυρίων ανθρώπων, των οποίων οι μισθοί, ή η ανυπαρξία μισθών, τους
κάνει να μην έχουν απολύτως καμία δυνατότητα στέγασης. Η πραγματική ουσία της οικονομικής
κρίσης είναι η κρίση της στέγασης. Κι αυτοί που δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τη δική
τους στέγη δεν είναι βέβαια οι τραπεζίτες. Πρέπει πάντοτε να ξαναγυρνάμε στις συνθήκες της
καθημερινής ύπαρξης..
Το μόνο πράγμα που μπορούμε να ελπίζουμε σ’ αυτήν την υπόθεση είναι να ξαναβρούμε το
πραγματικό, στο μέτρο του δυνατού, μέσα στο ρου της κρίσης. Στα μαθήματα, που παίρνουν οι
άνθρωποι, κι όχι οι τραπεζίτες, οι κυβερνήσεις, που τους υπηρετούν, κι οι δημοσιογράφοι, που
υπηρετούν τις κυβερνήσεις, μέσα σ’ όλο αυτό το ζοφερό σκηνικό.
Βλέπω λοιπόν δυο επίπεδα να αρθρώνονται μέσα σ’ αυτήν την επιστροφή του πραγματικού.
Το πρώτο είναι σαφώς πολιτικό. Επειδή, όπως μας δείχνει ο κινηματογράφος, η
“δημοκρατική” πολιτική δεν είναι παρά η διαθεσιμότητα εξυπηρέτησης των τραπεζών και το
αληθινό της όνομα είναι: καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμός, πρέπει, όπως έχουν αρχίσει να
δείχνουν πολλαπλές εμπειρίες τα τελευταία είκοσι χρόνια, να οργανωθεί μια πολιτική που να έχει
μια πλήρως διαφορετική φύση. Μια τέτοια πολιτική είναι κι αναμφίβολα για πολύ καιρό ακόμη θα
πρέπει να βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την εξουσία του κράτους, για την οποία δεν
χρειάζεται να νοιαστεί καθόλου. Ξεκινά από τη βάση του πραγματικού, μέσω μιας έμπρακτης
συσπείρωσης μεταξύ των ανθρώπων εκείνων, που είναι οι πιο άμεσα διατιθέμενοι να την
ανακαλύψουν: των νεο-αφιχθέντων προλετάριων από την Αφρική ή απ’ αλλού και των
διανοούμενων που είναι κληρονόμοι των πολιτικών αγώνων των τελευταίων δεκαετιών. Η
συσπείρωση αυτή θα διευρύνεται στη βάση του τι μπορεί να κάνει, βήμα προς βήμα. Δεν θα
διατηρεί κανένα είδος οργανικής σχέσης με κανένα από τα υπάρχοντα κόμματα, καθώς και με το
εκλογικό και το θεσμικό σύστημα που τα συντηρεί. Θα εφεύρει τη νέα πειθαρχία γι’ αυτούς που
δεν έχουν τίποτε, τις πολιτικές ικανότητές τους, τη νέα ιδέα για το πώς θα είναι η νίκη τους.
Το δεύτερο επίπεδο είναι ιδεολογικό. Πρέπει να ανατρέψουμε την παλιά ετυμηγορία,
σύμφωνα με την οποία βρισκόμαστε στο “τέλος των ιδεολογιών.” Σήμερα μπορούμε να δούμε
εντελώς ξεκάθαρα ότι αυτό το δήθεν τέλος δεν στηρίζεται σε καμιά άλλη πραγματικότητα παρά
στο σλόγκαν “να σώσουμε τις τράπεζες.” Τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από το να ξαναβρούμε το
πάθος των ιδεών και να αντιπαρατεθούμε στον κόσμο, έτσι όπως είναι, έχοντας σαν γενική
προϋπόθεση την προεξοφλούμενη βεβαιότητα μιας άλλης διαφορετικής πορείας των πραγμάτων.
Στο ολέθριο θέαμα του καπιταλισμού, αντιπαρατάσσουμε το πραγματικό των ανθρώπων, της
ύπαρξής τους μέσα στην ίδια τη ροή των ιδεών. Το μοτίβο της χειραφέτησης της ανθρωπότητας δεν
έχει χάσει τίποτε από το δυναμικό του. Η λέξη “κομουνισμός,” με την οποία για πολύ καιρό
ονοματιζόταν το δυναμικό αυτό, έχει βέβαια ξεφτιλισθεί κι ατιμασθεί. Αλλά σήμερα, η εξαφάνιση
της λέξης αυτής δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο παρά τους υποστηρικτές της τάξης κι ασφάλειας,
τους ζαλισμένους από τον πυρετό πρωταγωνιστές του έργου της καταστροφής. Όμως, είμαστε
αποφασισμένοι να αναζωογονήσουμε τον κομουνισμό, στις συνθήκες της νέας διαύγειας που έχει
αποκτήσει. Μιας διαύγειας που συνεχίζει να αποτελεί την παλιά του αρετή, όταν ο Μαρξ έλεγε για
τον κομουνισμό ότι “ξέκοβε με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο από τις παραδοσιακές ιδέες” κι ότι θα
έφερνε μια τέτοια “συναδελφοσύνη, στην οποία η ελεύθερη ανάπτυξη του οποιουδήποτε είναι η
συνθήκη για την ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός.”
Ολική ρήξη με τον καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμό, πολιτική που επινοείται πάνω στη βάση
του πραγματικού των ανθρώπων, κυριαρχία των ιδεών: όλα βρίσκονται εδώ, όλα όσα χρειαζόμαστε
για να ελευθερωθούμε από το έργο της κρίσης κι όλα όσα μπορούν να συμβάλουν στην ίδια την
ηθική ανύψωσή μας.
κακές ταινίες, τις οποίες τις σκαρφίζεται η βιομηχανία των προσυσκευασμένων επιτυχιών του
μεγάλου θεάματος, που σήμερα ονομάζεται “κινηματογράφος.” Τίποτε δεν λείπει: το θέαμα μιας
σταδιακής καταστροφής, το σασπένς των μεγάλων κόλπων, ο εξωτισμός του πανομοιότυπου – το
χρηματιστήριο της Τζακάρτα ζυγίζεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά του θεάματος όπως και της
Νέας Υόρκης, η διαγώνια γραμμή από τη Μόσχα στο Σάο Πάουλο, παντού η ίδια φωτιά που καιει
τις ίδιες τράπεζες – οι τρομακτικές νέες εξελίξεις: αλίμονο, ακόμη και τα πιο μελετημένα “σχέδια”
δεν μπορούν να αποτρέψουν τη Μαύρη Παρασκευή, όταν όλα καταρρέουν ή όλα θα
καταρρεύσουν.. Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία: μπροστά στη σκηνή, βλέπουμε βλοσυρούς και
σκεφτικούς, όπως στα κινηματογραφικά έργα της καταστροφής, τα μέλη της μικρής παρέας των
ισχυρών, τους πυροσβέστες της νομισματικής πυρκαγιάς – Σαρκοζύ, Πώλσον, Μέρκελ, Μπράουν,
Τρισέ κ.λπ. – να ρίχνουν μέσα στην κεντρική Τρύπα χιλιάδες δισεκατομμύριων. Θα αναρωτηθούμε
αργότερα (στα προσεχή επεισόδια του σήριαλ) από πού προέρχονται όλα αυτά τα δισεκατομμύρια,
γιατί απέναντι και στην παραμικρή απαίτηση των φτωχών, για χρόνια ως τώρα, όλοι αυτοί
απαντούσαν γυρνώντας τις τσέπες τους μέσα-έξω, για να πουν ότι δεν είχαν ούτε μια τσακιστή.
Προς το παρόν, δεν έχει σημασία. “Να σώσουμε τις τράπεζες!” Αυτή η ευγενική, η ουμανιστική
και δημοκρατική κραυγή αναβλύζει από το στόμα κάθε δημοσιογράφου και κάθε πολιτικού. Να τις
σώσουμε μ’ οποιοδήποτε τίμημα! Και πρέπει να το τονίσουμε, αφού το τίμημα δεν είναι μηδαμινό.
Οφείλω να ομολογήσω: κι εγώ ο ίδιος, μπροστά στα ποσά που κυκλοφορούν, τα οποία, όπως
σχεδόν όλος ο κόσμος, δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνουν (τι ακριβώς είναι χίλια τετρακόσια
δισεκατομμύρια ευρώ;), έχω κι εγώ εμπιστοσύνη σ’ αυτούς. Την εναποθέτω ολόκληρη στα χέρια
των πυροσβεστών. Όλοι ενωμένοι, το γνωρίζω, το αισθάνομαι, θα πετύχουν. Οι τράπεζες θα
αναπτυχθούν περισσότερο από πριν, ενώ κάποιες από τις μικρότερες ή μεσαίου μεγέθους, που ως
τώρα είχαν κατορθώσει να επιβιώνουν μόνο χάρη στην φιλευσπλαχνία του κράτους, θα δοθούν στις
μεγαλύτερες για ένα κομμάτι ψωμί. Κατάρρευση του καπιταλισμού; Θα πρέπει να αστειεύεστε.
Ποιος, τέλος πάντων, την θέλει; Ποιος γνωρίζει ακόμη και τι σημαίνει ή τι θα μπορούσε να
εννοηθεί μ’ αυτό; Ας σώσουμε τις τράπεζες, σας λεω, κι όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν.
Λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση του κόσμου και τις πολιτικές που ασκούνται σ’
αυτόν, είναι αναπόφευκτο, για τους πρωταγωνιστές του έργου, δηλαδή, τους πλούσιους, τους
υπηρέτες τους, τα παράσιτά τους, γι’ αυτούς που τους λιγουρεύονται και γι’ αυτούς που τους
λιβανίζουν, να υπάρξει στο τέλος ένα χέπυ εντ, ίσως λίγο μελαγχολικό.
Καλύτερα όμως, ας στρέψουμε την προσοχή μας προς τη μεριά των θεατών αυτού του σόου,
στο ζαλισμένο πλήθος που, ανήσυχο χωρίς να ξέρει γιατί, κατανοώντας μόνο λίγα πράγματα κι
εντελώς αποσυνδεδεμένο από οποιαδήποτε ενεργή ενασχόληση με την περίσταση, ακούει, σαν να
ήταν μια βοή από μακριά, την αναγγελία του θάνατου των τραπεζών, που βρέθηκαν τώρα
στριμωγμένες, προσπαθεί να εικάσει τι συμβαίνει παρακολουθώντας τις συναντήσεις τα
σαββατοκύριακα, πραγματικά εξαντλητικές, της ένδοξης μικρής παρέας των κυβερνώντων μας,
βλέπει να περνούν μπροστά του αστρονομικά κι ακατάληπτα χρηματικά ποσά κι αυτόματα τα
συγκρίνει με τους δικούς του πόρους, ή μάλλον, για ένα πολύ σημαντικό τμήμα της ανθρωπότητας,
με την παντελή και σκέτη ανυπαρξία τέτοιων πόρων γι’ αυτούς, ένα πράγμα που αποτελεί
ταυτόχρονα την πικρή και την ενθαρρυντική βάση της ζωής τους. Να λοιπόν πού βρίσκεται το
πραγματικό κι ο μόνος τρόπος να μπορέσουμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτό θα ήταν αν γυρίζαμε
την πλάτη μας στην οθόνη του θεάματος, για να βλέπαμε την αόρατη μάζα εκείνων, για τους
οποίους, ακριβώς πριν ριχθούν μέσα στο χειρότερο σε σχέση μ’ αυτά που ζουν, το έργο αυτό της
καταστροφής, συμπεριλαμβανομένου και του μελιστάλαχτου τέλους της (το Σαρκοζύ να
αγκαλιάζει την Μέρκελ κι όλο τον κόσμο να κλαιει από χαρά), ποτέ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα
θέατρο σκιών.
Συχνά μιλούν αυτές τις τελευταίες βδομάδες για την “πραγματική οικονομία” (την παραγωγή
* Κοινωνικά κινήματα και δίκτυα, http://thrymmata.blogspot.com/2008/10/alain-badiou.html
Εκτεταμμένα αποσπάσματα αυτού του άρθρου είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα Le Monde στις 17/10/08.
και την κυκλοφορία των αγαθών) και την οικονομία – πώς να την πούμε; τη μη πραγματική; – από
την οποίαν πηγάζουν όλα τα δεινά, δεδομένου ότι οι παράγοντες της δεύτερης αυτής οικονομίας
είχαν γίνει οι “ανεύθυνοι,” οι “παράλογοι,” οι “άρπαγες,” που άλεθαν πρώτα με απληστία, μετά με
πανικό, την ανούσια πια μάζα των μετοχών, των ασφάλιστρων και των χρημάτων. Μια τέτοια
διάκριση είναι γελοία και γενικώς θα μπορούσε εύκολα να ανασκευαστεί, όταν, μέσω μιας
αντίθετης μεταφοράς, παρουσιαζόταν η χρηματοπιστωτική κυκλοφορία και κερδοσκοπία σαν το
“κυκλοφοριακό σύστημα” της οικονομίας. Μήπως, έτσι, αφαιρείται η καρδιά και το αίμα από τη
ζωντανή πραγματικότητα του σώματος; Είναι δυνατόν μια οικονομική καρδιακή προσβολή να μην
έχει σχέση με την κατάσταση της υγείας ολόκληρης της οικονομίας; Ως γνωστό, ο
χρηματοοικονομικός καπιταλισμός, γενικώς, αποτελεί – από τις απαρχές του, που σημαίνει, κατά
τους τελευταίους πέντε αιώνες – μια από τις κεντρικές συνιστώσες του καπιταλισμού. Όσον αφορά
τους ιδιοκτήτες και τους ιθύνοντες του συστήματος αυτού, αυτοί δεν είναι “υπεύθυνοι” παρά μόνο
για τα κέρδη, ο “ορθολογισμός” τους μετριέται μόνο με τα οφέλη που αποκομίζουν και δεν είναι
μόνο άρπαγες, αλλά, επιπλέον, οφείλουν να είναι τέτοιοι.
Επομένως, δεν υπάρχει τίποτε το πιο “πραγματικό” στo αμπάρι της καπιταλιστικής
παραγωγής από ό,τι στο εμπορικό κατάστρωμά του ή στα κερδοσκοπικά διαμερίσματά του. Τα δυο
τελευταία, οπωσδήποτε, διαφθείρουν το πρώτο: στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα αντικείμενα
που παράγονται από τον τύπο αυτό των μηχανισμών – που αποσκοπούν μόνο στο κέρδος και την
παραγόμενη κερδοσκοπία, η οποία αποτελεί το γρηγορότερο και σημαντικότερο μέρος ενός τέτοιου
κέρδους – είναι αντικείμενα άσχημα, άχαρα, ακατάλληλα, άχρηστα, για τα οποία χρειάζεται να
δαπανηθούν δισεκατομμύρια ώστε να πεισθούν οι άνθρωποι για το αντίθετο. Κάτι που προϋποθέτει
ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να μεταμορφωθούν σε ιδιότροπα παιδιά, σε αιώνιους έφηβους, των
οποίων η ύπαρξη συνίσταται μόνο στην ανταλλαγή παιχνιδιών.
Η επιστροφή στο πραγματικό δεν μπορεί να είναι η κίνηση, που οδηγεί από την κακιά και
“παράλογη” κερδοσκοπία στην υγιή παραγωγή. Πρέπει να είναι η επιστροφή στην άμεση και
στοχαστική ζωή όλων των ανθρώπων που κατοικούν στον κόσμο. Απ’ αυτήν την οπτική, μπορεί
κανείς να ατενίσει θαρραλέα τον καπιταλισμό, να δει το κινηματογραφικό έργο της καταστροφής
που επιβάλλεται αυτόν τον καιρό σ’ όλους μας να δούμε. Το πραγματικό δεν είναι η ταινία, αλλά η
αίθουσα όπου παίζεται.
Τι βλέπουμε λοιπόν, αν στρέψουμε ή αναποδογυρίσουμε τα πράγματα; Τι βλέπουμε, αν
καταφέρουμε να αποσυνδεθούμε από το ατονικό άγχος του κενού, με το οποίο τα αφεντικά μας
προσβλέπουν να μας κάνουν να τους εκλιπαρήσουμε για να σώσουν τις τράπεζες; Βλέπουμε, κι
αυτό σημαίνει να βλέπουμε, τα απλά πράγματα που γνωρίζαμε από πολύ καιρό πιο πριν: ο
καπιταλισμός δεν είναι παρά ένα πλιάτσικο, κάτι παράλογο στην υπόστασή του και καταστρεπτικό
στην εξέλιξή του. Το τίμημα για κάποιες σύντομες δεκαετίες ευημερίας, που πάντοτε όμως
χαρακτηρίζονταν κι από τις απάνθρωπες ανισότητες, ήταν οι περίοδοι των κρίσεων, κατά τις οποίες
εξαφανίζονταν ορισμένα αστρονομικά ποσά αξίας, γινόντουσαν κάποιες αιματηρές εκστρατείες
καταστολής μέσα σ’ όλες τις ζώνες, που ο καπιταλισμός έκρινε ότι είχαν στρατηγική σημασία ή
ήσαν απειλητικές γι’ αυτόν, και διεξάγονταν κάποιοι παγκόσμιοι πόλεμοι που αποκαταστούσαν την
υγεία του καπιταλισμού. Εδώ βρίσκεται η διδακτική δύναμη της αντεστραμμένης ματιάς προς την
ταινία-κρίση. Δηλαδή, ποια; Απέναντι στις ζωές των ανθρώπων που βλέπουν την ταινία αυτή,
τολμούμε ακόμη να εκθειάζουμε ένα σύστημα, που εναποθέτει την οργάνωση της συλλογικής ζωής
πάνω στις χαμερπέστερες παρορμήσεις, στην απληστία, στην αντιπαλότητα, στον ασυναίσθητο
εγωισμό; Μας λένε να τραγουδάμε τον ύμνο μιας “δημοκρατίας,” της οποίας οι ηγέτες, εντελώς
ατιμωρητί, παριστάνουν τους υπηρέτες του ιδιωτικού χρηματοοικονομικού σφετερισμού, που θα
ξάφνιαζε ακόμη και τον ίδιο τον Μαρξ, ο οποίος ήδη, πριν εκατό εξήντα χρόνια, είχε χαρακτηρίσει
τις κυβερνήσεις σαν τα “θεμέλια της δύναμης του Κεφάλαιου”; Λένε στον κοινό πολίτη να
“κατανοήσει” ότι είναι εντελώς αδύνατο να κλείσει η τρύπα της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά
πρέπει να κλείσει, ανυπολόγιστα, η τρύπα των δισεκατομμύριων των τραπεζών; Πρέπει, στα
σοβαρά, να αποδεχθούμε ότι κανείς πλέον δεν μπορεί να φαντασθεί την εθνικοποίηση μιας
επιχείρησης, που βρίσκεται σε δεινή κατάσταση λόγω του ανταγωνισμού, μιας επιχείρησης, στην
οποίαν εργάζονται χιλιάδες εργάτες, αλλά ότι είναι προφανές πώς αυτό πρέπει να γίνει για μια
τράπεζα, που ξέμεινε λόγω κερδοσκοπίας;
Σ’ αυτήν την υπόθεση, το πραγματικό είναι εξ αρχής ένα από τα δεδομένα της κρίσης. Γιατί
από πού προέρχεται όλη αυτή η οικονομική φαντασμαγορία; Απλούστατα από το γεγονός ότι,
αφήνοντας να λάμψουν μπροστά τους κάποιες σαγηνευτικές δυνατότητες πιστωτικού δανεισμού,
γινόντουσαν αναγκαστικές πωλήσεις πολυτελών κατοικιών σ’ άνθρωπους που δεν είχαν κανένα
μέσο να τις αγοράσουν. Στη συνέχεια, τα χρεωστικά των ανθρώπων αυτών ξαναπουλιόντουσαν
αναμεμιγμένα, όπως γίνεται με τα καλά ναρκωτικά, μαζί με διάφορα χρεόγραφα, των οποίων η
σύνθεση γινόταν τόσο πολύπλοκη όσο κι αδιαφανής μέσα από το έργο ολόκληρων ταγμάτων
μαθηματικών. Κι όλα αυτά τότε κυκλοφορούσαν, από εξαγορά σ’ εξαγορά, αποτιμούμενα όλο και
ψηλότερα στις πιο απομακρυσμένες τράπεζες. Όμως, η υλική εγγύηση μιας τέτοιας κυκλοφορίας
βρισκόταν στα σπίτια, που είχαν πωληθεί. Αλλά αρκούσε η κτηματομεσιτική αγορά να
καταρρεύσει, γιατί, καθώς οι εγγυήσεις αυτές υποτιμούνταν όλο και πιο πολύ κι οι πιστωτές
ζητούσαν όλο και περισσότερα, ενώ οι αγοραστές μπορούσαν να ξεπληρώσουν τις οφειλές τους
όλο και λιγότερο. Κι όταν στο τέλος δεν μπορούσαν πια να συνεχίσουν, το ναρκωτικό, που είχε
εισχωρήσει μέσα στα χρεωστικά, έφθανε να τα δηλητηριάσει: δεν άξιζαν πλέον τίποτε.
Φαινομενική ισοπαλία: οι θεατές χάνουν το στοίχημά τους κι οι αγοραστές χάνουν τα σπίτια τους,
από τα οποία διώχνονται ευγενικά. Αλλά όμως, το πραγματικό αυτής της ισοπαλίας βρίσκεται, ως
συνήθως, στην πλευρά του συλλογικού, της καθημερινής ζωής: στο τέλος, όλα ξεκινούν από το ότι
υπάρχουν χιλιάδες εκατομμυρίων ανθρώπων, των οποίων οι μισθοί, ή η ανυπαρξία μισθών, τους
κάνει να μην έχουν απολύτως καμία δυνατότητα στέγασης. Η πραγματική ουσία της οικονομικής
κρίσης είναι η κρίση της στέγασης. Κι αυτοί που δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τη δική
τους στέγη δεν είναι βέβαια οι τραπεζίτες. Πρέπει πάντοτε να ξαναγυρνάμε στις συνθήκες της
καθημερινής ύπαρξης..
Το μόνο πράγμα που μπορούμε να ελπίζουμε σ’ αυτήν την υπόθεση είναι να ξαναβρούμε το
πραγματικό, στο μέτρο του δυνατού, μέσα στο ρου της κρίσης. Στα μαθήματα, που παίρνουν οι
άνθρωποι, κι όχι οι τραπεζίτες, οι κυβερνήσεις, που τους υπηρετούν, κι οι δημοσιογράφοι, που
υπηρετούν τις κυβερνήσεις, μέσα σ’ όλο αυτό το ζοφερό σκηνικό.
Βλέπω λοιπόν δυο επίπεδα να αρθρώνονται μέσα σ’ αυτήν την επιστροφή του πραγματικού.
Το πρώτο είναι σαφώς πολιτικό. Επειδή, όπως μας δείχνει ο κινηματογράφος, η
“δημοκρατική” πολιτική δεν είναι παρά η διαθεσιμότητα εξυπηρέτησης των τραπεζών και το
αληθινό της όνομα είναι: καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμός, πρέπει, όπως έχουν αρχίσει να
δείχνουν πολλαπλές εμπειρίες τα τελευταία είκοσι χρόνια, να οργανωθεί μια πολιτική που να έχει
μια πλήρως διαφορετική φύση. Μια τέτοια πολιτική είναι κι αναμφίβολα για πολύ καιρό ακόμη θα
πρέπει να βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την εξουσία του κράτους, για την οποία δεν
χρειάζεται να νοιαστεί καθόλου. Ξεκινά από τη βάση του πραγματικού, μέσω μιας έμπρακτης
συσπείρωσης μεταξύ των ανθρώπων εκείνων, που είναι οι πιο άμεσα διατιθέμενοι να την
ανακαλύψουν: των νεο-αφιχθέντων προλετάριων από την Αφρική ή απ’ αλλού και των
διανοούμενων που είναι κληρονόμοι των πολιτικών αγώνων των τελευταίων δεκαετιών. Η
συσπείρωση αυτή θα διευρύνεται στη βάση του τι μπορεί να κάνει, βήμα προς βήμα. Δεν θα
διατηρεί κανένα είδος οργανικής σχέσης με κανένα από τα υπάρχοντα κόμματα, καθώς και με το
εκλογικό και το θεσμικό σύστημα που τα συντηρεί. Θα εφεύρει τη νέα πειθαρχία γι’ αυτούς που
δεν έχουν τίποτε, τις πολιτικές ικανότητές τους, τη νέα ιδέα για το πώς θα είναι η νίκη τους.
Το δεύτερο επίπεδο είναι ιδεολογικό. Πρέπει να ανατρέψουμε την παλιά ετυμηγορία,
σύμφωνα με την οποία βρισκόμαστε στο “τέλος των ιδεολογιών.” Σήμερα μπορούμε να δούμε
εντελώς ξεκάθαρα ότι αυτό το δήθεν τέλος δεν στηρίζεται σε καμιά άλλη πραγματικότητα παρά
στο σλόγκαν “να σώσουμε τις τράπεζες.” Τίποτε δεν είναι πιο σημαντικό από το να ξαναβρούμε το
πάθος των ιδεών και να αντιπαρατεθούμε στον κόσμο, έτσι όπως είναι, έχοντας σαν γενική
προϋπόθεση την προεξοφλούμενη βεβαιότητα μιας άλλης διαφορετικής πορείας των πραγμάτων.
Στο ολέθριο θέαμα του καπιταλισμού, αντιπαρατάσσουμε το πραγματικό των ανθρώπων, της
ύπαρξής τους μέσα στην ίδια τη ροή των ιδεών. Το μοτίβο της χειραφέτησης της ανθρωπότητας δεν
έχει χάσει τίποτε από το δυναμικό του. Η λέξη “κομουνισμός,” με την οποία για πολύ καιρό
ονοματιζόταν το δυναμικό αυτό, έχει βέβαια ξεφτιλισθεί κι ατιμασθεί. Αλλά σήμερα, η εξαφάνιση
της λέξης αυτής δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο παρά τους υποστηρικτές της τάξης κι ασφάλειας,
τους ζαλισμένους από τον πυρετό πρωταγωνιστές του έργου της καταστροφής. Όμως, είμαστε
αποφασισμένοι να αναζωογονήσουμε τον κομουνισμό, στις συνθήκες της νέας διαύγειας που έχει
αποκτήσει. Μιας διαύγειας που συνεχίζει να αποτελεί την παλιά του αρετή, όταν ο Μαρξ έλεγε για
τον κομουνισμό ότι “ξέκοβε με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο από τις παραδοσιακές ιδέες” κι ότι θα
έφερνε μια τέτοια “συναδελφοσύνη, στην οποία η ελεύθερη ανάπτυξη του οποιουδήποτε είναι η
συνθήκη για την ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός.”
Ολική ρήξη με τον καπιταλιστικο-κοινοβουλευτισμό, πολιτική που επινοείται πάνω στη βάση
του πραγματικού των ανθρώπων, κυριαρχία των ιδεών: όλα βρίσκονται εδώ, όλα όσα χρειαζόμαστε
για να ελευθερωθούμε από το έργο της κρίσης κι όλα όσα μπορούν να συμβάλουν στην ίδια την
ηθική ανύψωσή μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
